Translate

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Πως πέρασε ο μικρός καλικάντζαρος Μπίχρα ένα χρόνο στη Γη;

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα καλικαντζαράκι που το έλεγαν Μπίχρα.
Μπίχρα ήταν τα παρατσούκλι του γιατί έτρωγε συνέχεια μπίχρα, δηλαδή κάτι φρούτα που υπάρχουν στον τόπο του, που είναι πράσινα απ’ έξω και κόκκινα από μέσα και είναι γλυκά σα μέλι!

Ο Μπίχρα ζούσε με τη μαμά του, το μπαμπά του και τον αδερφό του τον Ζέτι, σ’ ένα όμορφο σπιτάκι κάτω από τη γη. Ήταν μία αγαπημένη οικογένεια που ξυπνούσε κάθε πρωί και πήγαινε, όπως όλοι οι καλικάντζαροι, να πριονίσουν το Δέντρο. Το απόγευμα γυρνούσαν στο σπίτι για ξεκούραση, για φαγητό και για παιχνίδι. Ναι τα καλικαντζαράκια τα βράδια μαζεύονται όλα μαζί και παίζουν παιχνίδια που τους κάνουν να ξεκαρδίζονται στα γέλια!

Αυτό όμως που λατρεύουν όλα μα όλα τα καλικαντζαράκια είναι οι διακοπές. Κι όχι ότι κι ότι διακοπές αλλά διακοπές στην επιφάνεια της γης!

Έτσι και ο Μπίχρα. Περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει ο καιρός να ανέβει ξανά στην γη. Θα έτρωγε πάλι εκείνα τα νόστιμα γλυκά που κάνουν οι άνθρωποι, θα έβλεπε εκείνα τα πολύχρωμα φωτάκια που αναβόσβηναν, θα λαχτάριζε μερικούς ανθρώπους. Αχ, είναι τέλειες οι διακοπές!

Η μεγάλη μέρα έφτασε. Όλοι άφησαν τα πριόνια κάτω. Το Δέντρο κρεμόταν από μία κλωστή! Τότε ακούστηκε η φωνή του Ρέντακ του σοφού γέροντα:
«_Καλοί μου καλικάντζαροι κηρύσσω την αρχή των διακοπών!»
«_Ζήτω! Ζήτω!» φώναξαν όλοι μαζί.
«_Όταν θα επιστρέψουμε θα έχουμε πολύ λίγη δουλειά κι επιτέλους θα εκπληρωθεί τ’ όνειρο μας! Θα ρίξουμε το Δέντρο!»
«_Ναι! » ζητωκραύγασε το πλήθος.
«_Και τώρα καλές διακοπές και πολλές σκανδαλιές!» είπε ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο Ρέντακ.

Πόσο χάρηκε ο Μπίχρα όταν ανέβηκαν στην επιφάνεια της γης! Είχαν περάσει από σήραγγες και μυστικά μονοπάτια κι είχαν φτάσει ώσπου να πεις νάτκε*. Όπως πάντα είχαν πάει στην ίδια πόλη που πήγαιναν πάντα, αυτήν που οι άνθρωποι ονόμασαν Θεσσαλονίκη.








*το νάτκε είναι φρούτο στη χώρα των καλικαντζάρων, πορτοκαλί απ’ έξω και γαλάζιο από μέσα, πολύ-πολύ γλυκό και νόστιμο



Τι όμορφα που ήταν στολισμένη! Χριστουγεννιάτικα φωτάκια λαμπύριζαν παντού και στις βιτρίνες υπήρχαν στολισμένα πακετάκια με όμορφες γιρλάντες! Και τι γλυκές ευωδιές από μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ισλί, τούρτες, τάρτες, βασιλόπιτες!


Κάθε μέρα ήταν ένα όνειρο για τον Μπίχρα. Με την οικογένεια του, είχαν τρυπώσει σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι κι εξορμούσαν κάθε μέρα σε ζαχαροπλαστεία και φούρνους.
Δώδεκα μέρες κύλησαν σα νερό… Ο Μπίχρα στεναχωριόταν που έπρεπε να γυρίσουν πίσω. Ένιωθε ένα δάγκωμα στην καρδούλα του, που του στερούσε κάθε χαρά. Όταν ήταν πιο μικρός όταν έφτανε αυτή η μέρα, παρακαλούσε κλαίγοντας τη μαμά του να μείνουν κι άλλο. Κι εκείνη πάντα του έλεγε:
«_Δε μπορούμε να μείνουμε κι άλλο γλυκό μου παιδί…»
Τώρα όμως είχε μεγαλώσει. Δεν ήταν δα κανένα μωρό. Θα μπορούσε να μείνει στη Θεσσαλονίκη και μόνος του αν ήθελε.

«Θα μείνω» σκέφτηκε αποφασιστικά.
Ευθύς η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά του να χτυπήσει τόσο δυνατά που λαχάνιασε! Θα έμενε και θα περνούσε υπέροχα! Όλο το χρόνο διακοπές!
Καημένε Μπίχρα να ήξερες πόσο θα μετάνιωνες γι’ αυτή σου την απόφαση!

Έτσι, την επόμενη μέρα, όταν ξεκίνησαν όλοι μαζί για κάτω, ο Μπίχρα εφάρμοσε ένα σχέδιο που είχε στο μυαλό του. Κάποια στιγμή είπε στη μαμά του ψέματα ότι θα πάει κοντά στο μπαμπά του, που περπατούσε λίγο πιο πίσω με κάτι φίλους του. Όμως, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, έμενε συνέχεια όλο και πιο πίσω ώσπου κάποια στιγμή έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω στη Θεσσαλονίκη.

Τι παράξενη που ήταν η πόλη χωρίς τους δικούς του… Σα να ήταν πιο κρύα . Και κάπως τρομακτική… Μόνος του φοβόταν να μπει σε ζαχαροπλαστεία ή σε φούρνους. Και οι άνθρωποι τι ψηλοί και μεγάλοι που ήταν!
Άρχισε να σουρουπώνει… Πεινούσε, φοβόταν κι ήταν κουρασμένος. Κι όλα εκείνα τα κόκκινα και τα πράσινα φωτάκια που άναβαν αυτές τις μέρες τώρα γιατί ήταν σβηστά; Άραγε αν έτρεχε πίσω θα προλάβαινε τους δικούς του;
Έτρεξε τόσο γρήγορα που έγινε απίστευτα κόκκινος. Το μόνο όμως που κατάφερε ήταν να χαθεί.

«_Τώρα; Τώρα τι θα κάνω;» αναρωτήθηκε απελπισμένος.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν απ’ τα μάτια του. Κάτι φωνές ακούστηκαν από πίσω του. Τρομαγμένος ο Μπίχρα τρύπωσε στο πρώτο σπίτι που ήταν μπροστά του.

Ήταν μια διώροφη μονοκατοικία. Ένα παραθυράκι στην κουζίνα ήταν ανοιχτό. Ζορίστηκε λίγο αλλά κατάφερε να μπει μέσα.
Η κουζίνα ήταν κατάφωτη και τη διέσχισε γρήγορα-γρήγορα παρόλο που πεινούσε πολύ. Απ’ το βάθος, όπου βρισκόταν το σαλόνι ακουγόταν ομιλίες και φοβισμένος ανέβηκε την ξύλινη σκάλα που βρισκόταν δίπλα στην κουζίνα. Ευθύς βρέθηκε στον επάνω όροφο και κρύφτηκε στο πιο σκοτεινό δωμάτιο που βρήκε.

Ξάπλωσε στο χαλί αποκαμωμένος. Απ’ το παράθυρο του δωματίου φαινόταν το βουνό που λέγεται Σέιχ-Σου. Εκεί ήταν το πέρασμα των καλικάντζαρων. Από εκεί ερχόταν κι από εκεί έφευγαν. Ο Μπίχρα όμως δε θυμόταν ακριβώς το σημείο εισόδου-εξόδου.
«_Αχ…»αναστέναξε βαριά και δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα του.
«_Ποιος είναι εκεί; » ακούστηκε μία κοριτσίστικη φωνούλα.
Ο Μπίχρα πάγωσε στη θέση του.
«Τι καινούρια συμφορά », σκέφτηκε, «τώρα θα με πιάσουν οι άνθρωποι…» Όμως η φωνή ακουγόταν παιδική και τα καλικαντζαράκια εμπιστεύονται τα μικρά παιδάκια.
«_Είμαι ο Μπίχρα…» της απάντησε δειλά
«_Καλησπέρα Μπίχρα, εγώ είμαι η Αγγελική. Νόμιζα ότι όλα τα παιδάκια έφυγαν απ’ τη σημερινή γιορτή. Πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς αύριο γιατί θα πάμε στο σχολείο, οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, τώρα πρέπει να κοιμόμαστε νωρίς. Εσένα όμως δε σε θυμάμαι. Με ποιους ήρθες; »
«_Μόνος μου»
«_Όχι στο δωμάτιο μου, αλλά στο σπίτι μας.»
«_Μόνος μου», ψιθύρισε ξανά ο Μπίχρα
«_Μόνος σου: Μα αφού η φωνή σου ακούγεται παιδική. Τα παιδάκια δεν κυκλοφορούν μόνα τους γιατί μπορεί να τους τύχει κάτι κακό.»
«_Αχ Αγγελική δε βλέπεις τι είμαι;» ρώτησε ο Μπίχρα ανοίγοντας την πόρτα για να μπει φως απ’ το χολ.
«_Όχι, δε μπορώ να σε δω… Είμαι τυφλή.»
«_Τυφλή; Τι σημαίνει αυτή η λέξη;» ρώτησε απορημένος ο Μπίχρα.
«_Ότι δεν μπορώ να δω τίποτα.»
«_Λυπάμαι πολύ… δεν το ήξερα…», είπε ο Μπίχρα κι έξυσε το κεφάλι του νιώθοντας αμηχανία.
«_Δεν χρειάζεται να αισθάνεσαι άσχημα» του είπε η Αγγελική ευγενικά κι απαλά.
«_Λοιπόν Αγγελική πρέπει να σου εκμυστηρευτώ ότι δεν είμαι παιδάκι… δηλαδή είμαι παιδάκι αλλά όχι παιδάκι-παιδάκι, παιδάκι αλλά όχι ανθρωπάκι…», ο Μπίχρα μπερδευόταν ολοένα και περισσότερο στην προσπάθεια του να εξηγήσει ότι ήταν καλικαντζαράκι.
«_Ε, ναι ένα παιδάκι το λες παιδάκι μέχρι την ηλικία των έξι το πολύ οχτώ χρονών. Αν εσύ Μπίχρα μου είσαι δέκα χρονών είσαι παιδί» είπε γελαστά η Αγγελική.
«_Όχι δεν με κατάλαβες, δεν το εξήγησα και πολύ σωστά μάλλον, είναι και η κατάσταση περίπλοκη… είμαι παιδάκι, δε βιάζομαι να μεγαλώσω, δεν είμαι παιδί, γιατί τα μικρά παιδάκια λένε ότι είναι παιδιά για να φαίνονται μεγαλύτερα, ναι, αυτά κάνουν έτσι. Θα μου πεις αφού είμαι μικρό παιδάκι γιατί δεν είμαι με τη μαμά μου, αλλά Αγγελική μου, είμαι ένα ζωηρό κι άτακτο καλικαντζαράκι…», εξομολογήθηκε ο Μπίχρα.
«_Ε, καλά κι εγώ όταν κάνω κάποια σκανδαλιά, η μαμά μου με φωνάζει καλικαντζαράκι», είπε η Αγγελική.
«_Μόνο που εσύ μπορεί να είσαι άτακτη σαν καλικαντζαράκι αλλά εγώ είμαι καλικαντζαράκι!»
«_Πως;;;»
«_Μένω στα βάθη της γης και πριονίζω με τους υπόλοιπους καλικάντζαρους το Δέντρο.»
«_Ορίστε;;;»
«_Κάθε χρόνο πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να το κόψουμε αλλά εκείνο ποτέ δεν πέφτει.»
«_Παρακαλώ;;;»
«_Έρχομαι εδώ με τους δικούς μου κάθε Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη και περνάμε καταπληκτικά. Τα γλυκά εδώ είναι πεντανόστιμα», είπε ο Μπίχρα με μία ανάσα.
Η Αγγελική, έκπληκτη προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μία τάξη. Άρα η γιαγιά της είχε δίκιο όταν της έλεγε ότι υπάρχουν καλικάντζαροι!
«_Μπίχρα μπορείς να πλησιάσεις λίγο προς τα εμένα; Θα ήθελα να σε ψηλαφίσω, αν δεν έχεις αντίρρηση φυσικά…» τον ρώτησε ευγενικά.

Ο Μπίχρα ένιωθε πως μπορούσε να εμπιστεύεται την Αγγελική, του ήταν αρκετά συμπαθής. Έκανε τρία μεγάλα βήματα και βρέθηκε δίπλα της. Η Αγγελική πέρασε τα δάχτυλα της απ’ το πρόσωπο του, τη μυτούλα του, τ’ αυτάκια του, άγγιξε τα χέρια του κι ακούμπησε το γιλεκάκι που φορούσε. Ναι, αναμφισβήτητα αυτό ήταν πρόσωπο καλικάντζαρου κι όχι ανθρώπου. Κι ήταν τόσο μικροκαμωμένος – σα μία χνουδωτή κούκλα. Κι ο Μπίχρα όμως παρατήρησε την Αγγελική στο λιγοστό φως που έμπαινε απ’ το χολ. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και πολύ λαμπερά. Το δέρμα της ήταν λευκό κι ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπο της. Σίγουρα είχε μια ευγενική φυσιογνωμία που φανέρωνε ένα καλό χαρακτήρα.
«_Έχει μερικά κουλουράκια στο τραπεζάκι δίπλα μου. Θα ήθελες να δοκιμάσεις;» του πρόσφερε.
«_Μετά χαράς!» είπε με ευγνωμοσύνη ο Μπίχρα που μόλις τα είχε εντοπίσει.
Αφού τα έφαγε, ένιωσε το αίμα του να κυλάει καλύτερα στο σώμα του. Τι ωραία να είσαι χορτάτος!
«_Μπίχρα έχω μία απορία. Κάθε χρόνο οι καλικάντζαροι μένουν μόνο δώδεκα ημέρες στην επιφάνεια της γης. Σε λίγες ώρες θα ξημερώσει η δέκατη Τρίτη ημέρα. Φέτος θα παραμείνετε εδώ;»
«_Αχ, Αγγελική μου, ήταν μία δική μου απερισκεψία… Κορόιδεψα τους γονείς μου για να παραμείνω κι άλλο και τώρα δεν ξέρω τον δρόμο για να γυρίσω πίσω. Πίστευα ότι θα περνούσα τόσο διασκεδαστικά όσο κι όταν είναι κι εκείνοι εδώ αλλά τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Είμαι τόσο μόνος… και χωρίς τους δικούς μου όλα είναι τόσο θλιβερά κι ούτε γλυκά μυρίζω στους δρόμους πια, εξαιτίας της θλίψης μου…» είπε αναστενάζοντας.
«_Μη στεναχωριέσαι… πάντως γλυκά δεν είσαι ο μόνος που δε μυρίζει, γιατί μετά τα Χριστούγεννα δεν τρώμε τόσα πολλά και…»
«_Τι; Δεν είναι πάντα η Θεσσαλονίκη στολισμένη με φωτάκια και γεμάτη από γλυκά;» ρώτησε ο Μπίχρα με τρόμο.
«_Είναι», του είπε η Αγγελική γελαστά, «αλλά όχι τόσο πολύ. Έχουμε κι άλλες γιορτές κι άλλα γλυκά που ακολουθούν.»
«_Αχ…» αναστέναξε ο Μπίχρα με ανακούφιση.
«_Μια που δε θυμάσαι το δρόμο να γυρίσεις πίσω, θα ήθελες να σε φιλοξενήσω μέχρι να γυρίσουν οι δικοί σου;»
«_Αχ Αγγελική, είσαι τόσο καλή…» είπε ο Μπίχρα μ’ ευγνωμοσύνη «σ’ ευχαριστώ πολύ, θα το ήθελα, ναι!»
«_Ωραία, κανονίστηκε λοιπόν! Τώρα όμως πρέπει να κοιμηθούμε γιατί αύριο το πρωί θα ξυπνήσω νωρίς για να πάω στο σχολείο. Εσύ μπορείς να κοιμηθείς στο καναπεδάκι δεξιά. Κουβέρτα για να σκεπαστείς έχει στο ντουλάπι δεξιά. Καλή ξεκούραση.»
«_Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Μόνο να σε ρωτήσω κάτι. Τι είναι το σχολείο;»
«_Αχ συγνώμη Μπίχρα δε σου εξήγησα. Το σχολείο είναι ένα μέρος, ένα κτίριο που πηγαίνουν τα παιδιά για να μάθουν να γράφουν, να διαβάζουν, να κάνουν λογαριασμούς. Μαθαίνουν επίσης ιστορία, δηλαδή τη ζωή και τα έργα των ανθρώπων στο παρελθόν, γεωγραφία, δηλαδή για τις χώρες που υπάρχουν στη γη.» εξήγησε η Αγγελική.
«_Πρέπει να είναι ενδιαφέρον. Καληνύχτα Αγγελική και καλό σχολείο αύριο» είπε ο Μπίχρα καθώς ξάπλωνε στο καναπεδάκι κι άπλωνε την κουβέρτα πάνω στο κορμάκι του. Ήταν σίγουρος ότι αυτή η χρονιά θα ήταν εξαιρετικά συναρπαστική.
«_Καληνύχτα Μπίχρα…» ευχήθηκε η Αγγελική καθώς βυθιζόταν σ’ ένα ήρεμο ύπνο. Τον ύπνο του καλού ανθρώπου.

Tην επόμενη μέρα η Αγγελική ξύπνησε πρωί-πρωί και πήγε στο σχολείο της. Στο σπίτι τώρα δεν υπήρχε κανείς μια και οι γονείς της είχαν πάει στις δουλειές τους. Αυτή ήταν μία καλή ευκαιρία για τον Μπίχρα να εξερευνήσει το χώρο που θα γινόταν τον επόμενο χρόνο το σπίτι του. Το δωμάτιο της Αγγελικής ήταν αρκετά μεγάλο, εκτός απ’ το κρεβάτι της και το καναπεδάκι που κοιμήθηκε ο Μπίχρα υπήρχε ένα γραφείο μ’ ένα κάθισμα και μία βιβλιοθήκη.

Ο Μπίχρα πήρε ένα βιβλίο και το άνοιξε. Στο βιβλίο δεν υπήρχαν ούτε γράμματα, ούτε ζωγραφιές παρά μόνο ανάγλυφες κουκίδες. Οι άνθρωποι που δε μπορούν να δουν, διαβάζουν περνώντας το δάχτυλο τους επάνω απ’ τις κουκίδες που σχηματίζουν λέξεις. Αυτός ο τρόπος γραφής κι ανάγνωσης ονομάζεται μέθοδος Μπράιγ. Έβαλε το βιβλίο στη θέση του και περιπλανήθηκε στο σπίτι. Στον ίδιο όροφο ήταν η κρεβατοκάμαρα των γονιών της Αγγελικής, ένα μπάνιο κι ένα σαλονάκι. Στον κάτω όροφο, όπως καλά θυμόταν ο Μπίχρα, ήταν το μεγάλο σαλόνι, ένα μπάνιο και η κουζίνα.

Αφού έφαγε ένα χορταστικό πρωινό βγήκε στον κήπο. Σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο και κοιτούσε από ψηλά τους ανθρώπους. Τους παρατηρούσε που βάδιζαν και μιλούσαν. Σκέφτηκε τους δικούς του. Τώρα θα πριόνιζαν το Δέντρο. Άραγε του είχαν θυμώσει; Πόσο θα ήθελε να ήταν μαζί τους!
«_Πρέπει να σκεφτόμαστε προσεκτικά προτού κάνουμε κάτι» είπε στον εαυτό του.

Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει και σύντομα οι γονείς της Αγγελικής επέστρεψαν, μετά από λίγο το σχολικό λεωφορείο σταμάτησε έξω από το σπίτι. Ο Μπίχρα περίμενε λίγο ακόμη και μετά ανέβηκε προσεκτικά στο δωμάτιο της. Είχαν συμφωνήσει με την Αγγελική να μην πουν τίποτε στους δικούς της γιατί ο Μπίχρα φοβόταν τους μεγάλους ανθρώπους. Κάθισε στον καναπέ και μετά από λίγο η Αγγελική εμφανίστηκε. Κάθισε κι εκείνη κι άρχισαν να συζητούν για το πώς πέρασαν την ημέρα τους. Όταν της είπε ότι πέρασε όλο το πρωινό σκαρφαλωμένος στο δέντρο εκείνη απόρησε.
«_Σήμερα είχε αρκετό κρύο! Πως άντεξες τόση ώρα έξω;»
«_Εμείς οι καλικάντζαροι δεν κρυώνουμε» της απάντησε, «το κρύο μας ευχαριστεί. Μη ξεχνάς ότι κάτω από τη γη δεν έχουμε καν ήλιο κι έχουμε συνηθίσει σε χαμηλές θερμοκρασίες.»

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα στο χολ κι ο Μπίχρα «πάγωσε» απ’ το φόβο του. Η πόρτα άνοιξε και η μαμά της Αγγελικής μπήκε μέσα.
«_Αγγελική μου, ανέβηκες βιαστικά και δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω αν θα ήθελες επιδόρπιο. Έχουμε ωραία καρυδόπιτα. Ω, τι παράξενη κούκλα είναι αυτή δίπλα σου! Σαν αληθινή!» της είπε.
Η Αγγελική που κατάλαβε ότι η μαμά της νόμισε ότι ο Μπίχρα ήταν κούκλα συμφώνησε μαζί της και της είπε ότι θα κατέβαινε σε λίγο για ένα κομμάτι καρυδόπιτα. Όταν έκλεισε η πόρτα κι έμειναν πάλι οι δυο τους ο Μπίχρα ξεφύσησε ανακουφισμένος.
«_Παραλίγο!», είπε «αλλά πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός.»
«_Αυτό όμως που έγινε ήταν εκπληκτικό!» είπε γελαστά η Αγγελική, «τώρα που σε είδε αλλά νομίζει ότι είσαι κούκλα μπορούμε να πηγαίνουμε παντού μαζί!»

Η Αγγελική είχε δίκιο. Μετά από λίγο κατέβηκαν οι δυο τους στην κουζίνα κι ο Μπίχρα απόλαυσε το γλυκό του. Όταν άκουγαν βήματα έμενε ακίνητος και παρίστανε την κούκλα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες. Τα πρωινά που έλειπαν όλοι ο Μπίχρα έκανε βόλτες αρχικά στον κήπο, μετά στη γειτονιά κι αργότερα σ’ όλη την πόλη. Τα μεσημέρια τα περνούσε με την Αγγελική και τ’ απογεύματα διάβαζε βιβλία. Η καλή του φίλη του είχε μάθει να διαβάζει με τη μέθοδο Μπράιγ. Πόσα πολλά πράγματα έμαθε ο Μπίχρα!

«_Είσαι ένας βιβλιοφάγος!» του είπε ένα απόγευμα η Αγγελική.
«_Ούτε που το πλησίασα το βιβλίο στο στόμα μου! Δεν νομίζω ότι θα έχει ωραία γεύση! Αλήθεια σου λέω Αγγελική, δεν τρώω βιβλία!»
«_Όχι, όχι…», του είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια, «βιβλιοφάγος είναι κάποιος που διαβάζει πολλά βιβλία!»
Χαρούμενες φωνές ακούστηκαν απ’ έξω. Ο Μπίχρα πήγε στο παράθυρο. Ο κόσμος φορούσε πολύχρωμα, γυαλιστερά ρούχα. Άλλοι φορούσαν αστραφτερά καπέλα, άλλοι ψεύτικα μουστάκια, άλλοι μεγάλες ψεύτικες μύτες κι όλοι γελούσαν.
«_Τι συμβαίνει σήμερα; Γιατί ο κόσμος φέρεται παράξενα;»
«_Μπίχρα μου ετοιμάσου για γλέντι μεγάλο. Σήμερα είναι Τσικνοπέμπτη κι όλος ο κόσμος γιορτάζει φορώντας παράξενα ρούχα. Θα πάμε κι εμείς σ’ ένα πάρτι και θα ευχαριστηθείς πολύ.»
«_Αααα! Τελικά οι άνθρωποι ξέρουν να γλεντούν, όχι και τόσο συχνά βέβαια αλλά γλεντούν» της είπε.

Μασκαρεύτηκαν λοιπόν και οι δύο. Η Αγγελική ντύθηκε φλόγα. Φόρεσε ένα κατακόκκινο μακρύ φόρεμα στενό ως τη μέση και φαρδύ από τη μέση και κάτω. Φόρεσε και μία κόκκινη περούκα και ήταν έτοιμη. Ο Μπίχρα ντύθηκε σπίθα. Φόρεσε ένα κόκκινο μπλουζάκι που το φορούσε μία κούκλα της Αγγελικής κι ένα κόκκινο παντελονάκι μιας άλλης κούκλας. Τι ταιριαστοί που ήταν οι δυο τους!

Οι γονείς της ντύθηκαν γάτες. Η μαμά της φόρεσε ένα άσπρο παντελόνι κολάν και μία άσπρη μπλούζα. Ένα άσπρο γουνάκι κι άσπρες μπότες συμπλήρωναν το ντύσιμο της. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν το μακιγιάζ της. Σα να ήταν αληθινή γάτα με τα μάτια της σα σχιστά και τα ζωγραφιστά μουστάκια! Ο μπαμπάς της φορούσε μία φαρδιά καφέ φόρμα, καφέ μπότες κι είχε κι εκείνος ζωγραφιστά μουστάκια.
«_Είμαι σίγουρη ότι εσύ και η κούκλα σου θα είσαστε οι καλύτεροι μασκαράδες του πάρτι!» της είπε η μαμά της γελαστά.

Το πάρτι ήταν ένα υπέροχο γλέντι. Ο Μπίχρα απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο. Όλοι οι άνθρωποι εκεί γλεντούσαν, χόρευαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον, έτρωγαν, έπιναν.
«_Έτσι θα έπρεπε να είναι κάθε μέρα!» ψιθύρισε στην Αγγελική που καθόταν δίπλα του.
«_Συμφωνώ!» του είπε χαμογελώντας.

Ο μπουφές του πάρτι ήταν κι αυτός μασκαρεμένος. Χαριτωμένα προσωπάκια φτιαγμένα από φετούλες ψωμί με φέτες σαλαμιού επάνω, μαύρες ελιές για μάτια, λίγη μαγιονέζα για μυτούλα και μία φετούλα κόκκινης πιπεριάς για στόμα, αυγά βραστά στημένα όρθια κι επάνω τους κομμάτια ντομάτας που έμοιαζαν με μανιταράκια, σε ρηχά πιατάκια γλυκού είχαν απλώσει κρέμα, στη μέση είχαν βάλει μισό βερίκοκο και γύρω-γύρω είχαν πασπαλίσει κανέλα έτσι ώστε από μακριά να φαίνεται σαν αυγό μάτι!
Τι αστεία που ήταν όλα! Και πόσο πολύ ευχαριστήθηκε ο Μπίχρα!




Οι απόκριες κράτησαν λίγες ημέρες ακόμη και μετά η ατμόσφαιρα του κεφιού και του γλεντιού έδωσε τη θέση της στη Σαρακοστή που ήταν μία περίοδος νηστείας ως το Πάσχα. Ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε! Η αδυναμία του βέβαια ήταν ο χαλβάς με σοκολάτα.
Τώρα οι μέρες μεγάλωναν και γινόταν πιο φωτεινές και τα λουλούδια άνθιζαν. Με τόσες βόλτες που έκανε τα πρωινά είχε μάθει σχεδόν όλη την πόλη. Αδυναμία του ήταν η Άνω Πόλη. Εκεί τα λουλούδια σα να μύριζαν πιο γλυκά. Ίσως επειδή εκεί, στα στενά δρομάκια δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα. Ίσως επειδή εκεί τα σπίτια είναι σαν κουκλόσπιτα, το καθένα έχει διαφορετικό χρώμα. Συχνά πήγαινε στη Μονή Βλατάδων κι αγνάντευε τη Θεσσαλονίκη από ψηλά. Τα παγώνια που ήταν εκεί, στη Μονή, γρήγορα έγιναν φίλοι του και κάθε φορά που τον έβλεπαν τον χαιρετούσαν:
«_Έοο έοο !!!»

Τη Μεγάλη Εβδομάδα ο Μπίχρα με την Αγγελική και τους γονείς της πήγαν στο χωριό του πατέρα της για να γιορτάσουν το Πάσχα. Έψησαν τσουρέκια, έβαψαν αυγά και το Μ. Σάββατο πήγαν στην εκκλησία για την Ανάσταση
Στη διαδρομή προς την εκκλησία η Αγγελική τον ρώτησε:
«_Θυμάσαι το πάρτι που είχαμε πάει την Τσικνοπέμπτη;»
«_Βεβαίως» της είπε γελαστά.
«_Θυμάσαι που βγήκαμε στον κήπο του σπιτιού γιατί έριξαν μερικά πυροτεχνήματα;»
«_Αχ, τι ωραία που ήταν Αγγελική… Αλλά πολύ δυνατό θόρυβο έκαναν! Σα δέκα βροντές μαζί!»
«_Και σήμερα θα ρίξουν πυροτεχνήματα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι πάρα πολλά. Μην τρομάξεις.»

Τι όμορφα που ήταν στην αυλή της εκκλησίας… Μοσχοβολούσαν οι πασχαλιές και το αγιόκλημα κι ένα γλυκό αεράκι παιχνίδιζε στα φύλλα των δέντρων. Στις δώδεκα παρά τέταρτο άναψαν όλοι τις λαμπάδες που κρατούσαν με το άγιο φως κι όλα ήταν τόσο κατανυκτικά και ήρεμα. Τα μεσάνυχτα, όταν έψαλε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν δυνατά και τα πυροτεχνήματα έπεφταν σα βροχή. Απ’ τη λάμψη τους η νύχτα φωτίστηκε σα να ήταν ημέρα κι απ’ το δυνατό κρότο ο Μπίχρα τρόμαξε τόσο πολύ που γαντζώθηκε πάνω στην Αγγελική.

Τις επόμενες ημέρες ο Μπίχρα έφαγε πολλά τσουρέκια και σοκολατένια αυγά, σοκολατένιους λαγούς, σοκολατένιες κοτούλες, σοκολατένιους κόκορες, σοκολάτα γενικώς ώσπου στο τέλος δεν ήθελε να ξαναδεί σοκολάτα. Αντίθετα, του έλειψαν τα μελομακάρονα αλλά εκείνα ήταν Χριστουγεννιάτικα γλυκά και οι άνθρωποι τα τρώνε μόνο τότε. Γιατί άραγε;

Επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και γύρισε ο καθένας στις ασχολίες του. Οι γονείς στις δουλειές τους, η Αγγελική στο σχολείο της κι ο Μπίχρα στις εξερευνήσεις του. Σιγά-σιγά είχε μάθει σχεδόν όλες τις συνήθειες των ανθρώπων, αν και πάντα μάθαινε κάτι καινούργιο, εκεί που νόμιζε ότι τα ήξερε όλα. Έτσι προς μεγάλη του έκπληξη, ένα βράδυ του Ιουνίου η Αγγελική του είπε ότι σε λίγες ημέρες το σχολείο της θα σταματούσε να λειτουργεί γιατί θα ξεκινούσαν οι καλοκαιρινές διακοπές.
«_Αλήθεια; Νόμιζα ότι το σχολείο δε σταματά καθόλου», της εκμυστηρεύτηκε.
«_Σςς!!! Μη σ’ ακούσουν οι δάσκαλοι και τους έρθουν περίεργες ιδέες!», είπε γελώντας η Αγγελική, «το σχολείο σταματάει τον Ιούνιο κι αρχίζει ξανά τον Σεπτέμβριο.»
«_Και ολόκληρο καλοκαίρι τι κάνουν τα παιδιά;»
«_Διακοπές. Πηγαίνουν μαζί με τους γονείς τους στη θάλασσα ή στο βουνό. Ή πάνε σε κατασκηνώσεις. Εμείς θα πάμε στη Σαντορίνη που είναι ένα πανέμορφο νησί. Θα περάσουμε καταπληκτικά ! Θα σ’ αρέσει πολύ!»

Ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε. Όσο πλησίαζαν οι μέρες για να ταξιδέψουν τόσο πιο μεγάλο ήταν το χαμόγελο του. Επιτέλους, έφτασε η δεύτερη μέρα του Ιουλίου.
«_Αύριο λοιπόν, πετάμε!» του είπε η Αγγελική.
«_Τι θα κάνουμε;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
«_Πετάμε για Σαντορίνη. Θα πάρουμε το αεροπλάνο, θα πάμε στο νησί και θα περάσουμε καταπληκτικά.»
«_Εγώ όμως φοβάμαι το αεροπλάνο. Ζω στα βάθη της γης, φέτος περπατάω επάνω στη γη και σα να μην είναι αυτό αρκετό, θα ταξιδέψω στα σύννεφα;» ρώτησε παραπονιάρικα.
«_Να δεις που θα σ’ αρέσει. Θα νιώσεις τόσο ελεύθερος…» τον παρηγόρησε.

Όλο το βράδυ ο Μπίχρα ξαγρύπνησε γιατί σκεφτόταν την πτήση της επόμενης ημέρας κι έτσι όταν ξημέρωσε ήταν πολύ νυσταγμένος για ν’ ανησυχεί. Έφτασαν στο αεροδρόμιο. Κόσμος με βαλίτσες πηγαινοερχόταν κι απ’ τα μεγάφωνα ακουγόταν αναγγελίες πτήσεων. Σε λιγάκι επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο. Ευγενικές αεροσυνοδοί τους εξυπηρετούσαν. Ο Μπίχρα ήταν καθισμένος δίπλα στην Αγγελική, φυσικά ακίνητος για να νομίζουν όλοι ότι ήταν κούκλα. Έδεσαν τις ζώνες τους και… απογειώθηκαν. Αχ… τι ευχάριστη αίσθηση! Τα σύννεφα ήταν ακριβώς δίπλα του. Έβλεπε τον κόσμο από ψηλά, κτίρια, χωράφια τετραγωνισμένα και η θάλασσα μπλε και ήσυχη. Ήταν σκέτη μαγεία!

Όταν έφτασαν στη Σαντορίνη ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε. Άσπρα σπιτάκια, γραφικά καλντερίμια, ανθισμένες βοκαμβίλιες. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μη μένει με το στόμα ανοιχτό. Το σπίτι της Αγγελικής κα των γονιών της ήταν σαν κουκλόσπιτο. Βρισκόταν στη Χώρα κι είχε ένα μικρό κήπο μπροστά. Τακτοποιήθηκαν, ξεκουράστηκαν και την επόμενη ημέρα το πρωί πήγαν στη θάλασσα για να κάνουν μπάνιο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Μπίχρα έκανε μπάνιο στη θάλασσα. Κάτω στη γη έκανε μπάνιο στο ποτάμι που ήταν κοντά στο σπίτι του, στη Θεσσαλονίκη έκανε μπάνιο στη μπανιέρα, αλλά το μπάνιο στη θάλασσα ήταν το πιο διασκεδαστικό απ’ όλα!

«_Η θάλασσα φτιάχτηκε για παιχνίδια και πλατσούρισμα!» έλεγε στην Αγγελική. Έκανε μακροβούτια, στριφογυρνούσε, κολυμπούσε, ήταν ο παράδεισος του!
«_Είμαι τόσο καιρό επάνω στη γη κι έχω δοκιμάσει πολλά διαφορετικά πράγματα, ταξίδεψα με αεροπλάνο, κολύμπησα στη θάλασσα, είμαι εξαιρετικά τυχερός που σε γνώρισα Αγγελική…» της είπε ένα πρωινό που απολάμβαναν το παγωτό τους δίπλα στην ακροθαλασσιά.
«_Θα γίνεις θρύλος ανάμεσα στους δικούς σου. Έχεις καταφέρει απίστευτα πράγματα!»
«_Λες να γράψουν τραγούδι για μένα;» τη ρώτησε παιχνιδιάρικα.

Εκτός από παγωτά ο Μπίχρα δοκίμασε και όλα τα καλοκαιρινά φρούτα: κεράσια, αχλάδια, ροδάκινα, πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια. Λάτρεψε το νησί και τις διακοπές και στεναχωρήθηκε όταν άρχισε να βραδιάζει νωρίς. Αυτό ήταν σημάδι πως ο χειμώνας ερχόταν και οι διακοπές τελείωναν.

Σιγά-σιγά το νησί άδειαζε από κόσμο. Αλλά κι εκείνοι έπρεπε να επιστέψουν στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη τους. Την επόμενη εβδομάδα και η Αγγελική θα ξεκινούσε τα μαθήματα στο σχολείο της αλλά και οι γονείς της έπρεπε να πάνε στις δουλειές τους.

Ο Μπίχρα ευχαριστήθηκε πάρα πολύ την πτήση της επιστροφής. Ήθελε να τραγουδήσει απ’ τη χαρά του! Τώρα απορούσε τι καινούργιο θα ζούσε. Και ναι μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε:

Η Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης !!!

Είναι Διεθνής γιατί έρχονται άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, ευρωπαίοι, κινέζοι, αμερικανοί, αφρικανοί. Είναι Έκθεση γιατί παρουσιάζουν πολλοί άνθρωποι τα προϊόντα τους που μπορεί να είναι οτιδήποτε: από γεωργικά μηχανήματα μέχρι τρόφιμα, από κοσμήματα μέχρι αυτοκίνητα, από ομπρέλες μέχρι σιντριβάνια. Πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης κι ολόκληρη η πόλη γιορτάζει!

Τι υπέροχη γιορτή! Πόσες πολλές εκδηλώσεις γινόταν κάθε μέρα με κέφι και χαρά! Μουσικά συγκροτήματα έπαιζαν μουσική, χορευτές χόρευαν, κλόουν έκαναν αστείες γκριμάτσες, ακροβάτες σκαρφάλωναν σα γάτες και δεν έχαναν την ισορροπία τους! Ο Μπίχρα παρατηρούσε τα πάντα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Μάλιστα, ανακάλυψε ένα καινούργιο ταλέντο που είχε, χάρη σ’ ένα ζογκλέρ. Ο κύριος αυτός πετούσε τρεις μπάλες στον αέρα κα μετά έπιανε την μία , άφηνε την άλλη και συνεχώς οι μπάλες πετούσαν κυκλικά! Όταν γύρισε στο σπίτι ο Μπίχρα προσπάθησε και κατάφερε να το κάνει και ο ίδιος. Τώρα ήταν κι αυτός ένας ζογκλέρ!

Η Διεθνής Έκθεση ολοκληρώθηκε και την τελευταία μέρα τι έριξαν; Πυροτεχνήματα φυσικά. Ο Μπίχρα τα είχε πλέον συνηθίσει και δεν τρόμαζε όπως παλιά. Καλού κακού όμως κρατιόταν απ’ την Αγγελική.

Ο χειμώνας μπήκε γοργά και οι βροχές ήταν τακτικές. Ένα πρωινό καθώς έκανε τη βόλτα του, προσεκτικά πάντα για να μην τον πάρουν είδηση οι άνθρωποι, το είδε.
Ήταν στη βιτρίνα ενός καταστήματος παιχνιδιών. Ήταν ψηλό, περήφανο, πράσινο και στολισμένο.

Ήταν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Τόσο μεγάλη ήταν η έκπληξη και η χαρά του Μπίχρα που έμεινε ακίνητος.
Ήρθαν ξανά τα Χριστούγεννα; Θ’ αντάμωνε ξανά με τους δικούς του;

Έτρεξε στο σπίτι και περίμενε να γυρίσει η Αγγελική απ’ το σχολείο. Όταν επέστρεψε της είπε ενθουσιασμένος:
«_Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Αγγελική, καλή μου φίλη, θα βρω ξανά την οικογένεια μου, τους φίλους μου! Ζήτω! Ζήτω!»
Μετά σταμάτησε απότομα.
«_Κι αν δεν έρθουν φέτος; Αν δεν μπορέσω να τους βρω; Αχ, τι θα κάνω;»
«_Μην απελπίζεσαι και μη στεναχωριέσαι Μπίχρα, όλα θα πάνε μια χαρά. Πέρασες μία ολόκληρη χρονιά επάνω στη γη, έμαθες να διαβάζεις, να υπολογίζεις, πέταξες με αεροπλάνο, κολύμπησες στη θάλασσα, δε φοβάσαι πια τα πυροτεχνήματα, ούτε τις αστραπές όταν βρέχει, κατάφερες τόσα πολλά… είμαι σίγουρη πως θα μπορέσεις να τους βρεις.»
Ο Μπίχρα πήρε θάρρος απ’ τα λόγια της. Κάθε μέρα που περνούσε τον έφερνε πιο κοντά στους δικούς του.

Ώσπου η μέρα ήρθε. Ήταν σίγουρος ότι οι καλικάντζαροι ήρθαν. Το ένιωθε στον αέρα. Έτρεξε στο εγκαταλελειμμένο σπίτι που έμεινε με την οικογένεια του την προηγούμενη χρονιά. Η μαμά του πάντα του έλεγε πως αν ποτέ χανόταν να πήγαινε στο τελευταίο μέρος που ήταν όλοι μαζί.

Περίμενε με κομμένη την ανάσα. Νόμιζε ότι περίμενε ώρες ώσπου κάποια στιγμή άκουσε μικρά βηματάκια κι αμέσως μετά τη φωνή της μαμάς του:
«_Είμαι σίγουρη ότι θα τον βρούμε.»
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά όταν τους είδε να στρίβουν και να μπαίνουν στο δωμάτιο που τους περίμενε. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά τους.
«_Μανουλίτσα μου, μπαμπάκα μου, αγαπημένε μου αδερφούλη!» έλεγε ξανά και ξανά.
Εκείνοι δε σταμάτησαν να τον αγκαλιάζουν και να τον φιλάνε.
«_Πόσο χαιρόμαστε παιδί μου που σε βρήκαμε», είπε ο μπαμπάς του, «όταν καταλάβαμε ότι χάθηκες ήταν πλέον αργά. Είχαμε κατέβει απ’ το μυστικό πέρασμα του δάσους κάτω στη γη, είχε ασφαλιστεί η είσοδος και ήταν αδύνατο να ξαναβγούμε στην επιφάνεια της γης. Περιμέναμε με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα ερχόμασταν να σε ψάξουμε. Η μητέρα σου ήταν σίγουρη πως θα σε βρίσκαμε – και να που είσαι εδώ μια χαρά.»

Τότε ο Μπίχρα τους διηγήθηκε τις περιπέτειες του και τα θαυμαστά πράγματα που είδε κι έκανε. Κυρίως όμως τους μίλησε για την καλοσύνη, τη φιλοξενία και την ευγένεια της Αγγελικής και για τη πολύτιμη βοήθεια της σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του.
«_Χάρη σ’ αυτό το κορίτσι μπόρεσες να τα καταφέρεις γλυκό μου παιδί, γι’ αυτό πάμε γρήγορα να την ευχαριστήσουμε.» είπε τότε η μαμά του.

Έτσι κι έγινε. Έφτασαν, προσεχτικά πάντα, στο σπίτι της Αγγελικής. Η μαμά του Μπίχρα την αγκάλιασε και της είπε:
«_Σ’ ευχαριστώ που κοίταξες το παιδί μου και το φρόντισες όλο αυτό τον καιρό. Έχω ένα δώρο για εσένα. Αυτό το βραχιόλι. Είναι φτιαγμένο από ξύλο του Δέντρου και φέρνει καλή τύχη σ’ όποιον το φοράει.»
«_Σας ευχαριστώ, με τον Μπίχρα περάσαμε μία διασκεδαστική χρονιά και χαίρομαι πολύ που τον γνώρισα.»,είπε ευγενικά η Αγγελική, «η αλήθεια είναι ότι θα μου λείψεις πολύ Μπίχρα…» του είπε κι αγκαλιάστηκαν.

Ο μικρός μας καλικάντζαρος τις επόμενες ημέρες τις πέρασε με τους δικούς του στο εγκαταλελειμμένο σπίτι. Είχαν να πουν τόσα πολλά! Του είπαν τα νέα των συγγενών και των φίλων καθώς επίσης και για το Δέντρο, που μόλις κατέβηκαν πέρσι ήταν πάλι άθικτο κι έπρεπε να το πριονίσουν ξανά απ’ την αρχή!
Βέβαια κάθε μέρα ο Μπίχρα επισκεπτόταν την Αγγελική. Λίγο πριν την αναχώρηση τους για τα μέρη τους ο Μπίχρα με την οικογένεια του και τους φίλους του έκαναν ένα πάρτι όπου επίτιμη καλεσμένη ήταν η Αγγελική. Χόρεψαν, τραγούδησαν, έφαγαν και διασκέδασαν. Ευχήθηκαν καλή αντάμωση και οι καλικάντζαροι κατευθύνθηκαν προς το Σέιχ-Σου. Αυτή τη φορά δεν είχαν πολλή δουλειά – το Δέντρο κρεμόταν από μία κλωστή!





Creative Commons License
Πως πέρασε ο μικρός καλικάντζαρος Μπίχρα ένα χρόνο στη Γη; είναι υπό άδεια Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα Άδεια.

Η Φεν κι ο Μωγ απ΄τον πλανήτη Ηγ επισκέπτονται τη Γη !

"...και καθώς περιστρέφεται ο ήλιος... "
Η Φεν ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Δίπλα της είδε τον Τωρ να χασμουριέται. Πλησίαζε η ώρα για ύπνο... Η δασκάλα τους, η κύρια Μυ'ε, συνέχισε:
"...περιστρέφονται γύρω του κι όλοι οι πλάνητες του ηλιακού μας συστήματος... ποιο παιδάκι θα ήθελε να μας απαριθμήσει τους πλάνητες ;
Η Φεν παρατηρούσε την αίθουσα τους ενώ η Λεβνα ξεκίνησε την απαρίθμηση των πλανητών. Στην αίθουσα βρισκόταν δώδεκα παιδιά ηλικίας έντεκα χρόνων Μεγάλα παράθυρα άφηναν το φως του ήλιου να περνά.
"_Οι πλάνητες μας είναι οι εξής: ο Ερμής..."
κάθε παιδί καθόταν σε μια πολυθρόνα διαφορετικού χρώματος απ' τις άλλες,
"...η Αφροδίτη..."
η πολυθρόνα της Φεν ήταν γαλάζιου χρώματος. Η κύρια Μυ'ε συνήθως ήταν όρθια μπροστά στη γιγαντο-οθόνη,
"...ο Άρης..."
οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σ' ανοιχτό ασημί χρώμα,
"...η Γη..."
ενώ το πάτωμα ήταν από μάρμαρο,
"...ο δικός μας πλανήτης ο Ηγ..."
Στο άκουσμα του ονόματος του πλανήτη τους τα παιδιά χαμογέλασαν με αγάπη κι αμέσως άρχισαν να τραγουδούν τον ύμνο τους με μια φωνή:
"Ηγ με περηφάνια περισσή
τ' όνομα σου τιμούμε
πάντα σ' έχουμε στη ψυχή
όπου πάμε, όπου βρεθούμε.

Ηγ είσαι το σπιτικό μας,
η γλυκιά μας αγκαλιά
πάντα είσαι στο πλευρό μας
σε κάθε φυτό και κάθε ζώου τη λαλιά.

Ηγ είμαι παιδί δικό σου
χάρη σ' εσένα υπάρχω, ζω
θα εργάζομαι για το καλό σου
φωτεινό παράδειγμα για εσένα εγώ."

Το τέλος του ύμνου σήμανε και το τέλος του μαθήματος μια και η κλεψύδρα είχε αδειάσει. Τα παιδιά νυσταγμένα κατευθύνθηκαν
στην έξοδο.

Η κυρία Μυ'ε τα χαιρέτησε στοργικά. Θ' αντάμωναν ξανά μετά από μήνες.
Η Φαν προχώρησε στο διάδρομο και κατευθύνθηκε στο προαύλιο, όπως όλα τα παιδιά. Σε λίγες ώρες όλοι θα έπαιρναν τη θέση ύπνου στις "κυψέλες".
Οι "κυψέλες" ήταν ειδικοί θάλαμοι ύπνου. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή και για έξι μήνες, οι κάτοικοι του πλανήτη Ηγ έπεφταν σε χειμερία νάρκη. Ξαπλωμένοι στους ειδικούς χώρους κοιμόταν βαθιά κι απαλά. Τους υπόλοιπους έξι μήνες δεν κοιμόταν ούτε δευτερόλεπτο.
Υπερδραστήριοι και με μεγάλη τεχνολογική πρόοδο είχαν καταφέρει μεγάλα επιτεύγματα σ' όλους τους χώρους της επιστήμης.

Η Φεν έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Ήλιο.
"Το κέντρο του δικού μας συστήματος" σκέφτηκε "αποτελούμενος από υδρογόνο". Με τα ειδικά γυαλιά που λειτουργούσαν και σαν τηλεσκόπιο είδε τις ηλιακές κηλίδες του. Είχε πάει αρκετές φορές στον Ήλιο. Προγραμμάτιζε στο βραχιόλι που φορούσε στο αριστερό της χέρι τις συντεταγμένες του κι αστραπιαία βρισκόταν στο διαστημικό σταθμό του πλανήτη Ήλιου.

Είχε δει πολλά όμορφα μέρη η Φεν. Κι όντος κι εκτός του πλανητικού συστήματος. Τ' αγαπημένα της ήταν τα νεφελώματα. Το διαχεόμενο νεφέλωμα στον Τοξότη που έχει πορτοκαλί-φουξ χρώμα και το διαχεόμενο νεφέλωμα στον Ωρίωνα με το κοκκινόλευκο χρώμα του ήταν οι πιο συχνοί της προορισμοί.

Υπήρχε όμως ένας προορισμός που ήταν απαγορευμένος. Εκεί δε μπορούσε να πάει όχι μόνο η Φεν αλλά κι οποιοσδήποτε κάτοικος του πλανήτη Ηγ. Κι αυτό ήταν άδικο γιατί ο πλανήτης αυτός βρισκόταν σ' απόσταση αναπνοής απ' τον πλανήτη Ηγ-ήταν ο αδελφός πλανήτης του. Ήταν ο πλανήτης Γη.

Η Φεν χαμογέλασε στη σκέψη του πλανήτη Γη. Είχε περάσει πολύ χρόνο απ' τη ζωή της παρατηρώντας τις παράξενες συνήθειες των Γήινων. Τεχνολογικά, οι γήινοι είχαν καθυστερήσει πάρα πολύ κι εξαιτίας αυτού του λόγου είχαν απαγορέψει στους ήγιους να τον επισκεφτούν, επειδή θα τους επηρέαζαν και θα τροποποιούνταν η εξέλιξη τους.
Η εξέλιξη των γήινων ήταν τόσο αργή που ακόμη δεν είχαν καν εντοπίσει τον Ηγ, παρόλο που ήταν ακριβώς δίπλα τους. Οι δυο πλάνητες είχαν ακριβώς το ίδιο μέγεθος, την ίδια βαρύτητα, την ίδια ατμοσφαιρική πίεση ακόμη και τον ίδιο δορυφόρο - τη Σελήνη κι όμως οι γήινοι δε μπορούσαν να τους διακρίνουν ! Πόσο παράξενο της φαινόταν ! Το μόνο που είχαν να κάνουν οι γήινοι ήταν ν' αλλάξουν συχνότητα στα ραντάρ τους !
Αυτό δεν ήταν το μοναδικό παράλογο που αφορούσε τον πλανήτη Γη. Οι άνθρωποι εκεί κοιμόταν κάθε μέρα ! Χρησιμοποιούσαν υλικά ενέργειας που κατέστρεφαν τον πλανήτη τους !

"Τι κρίμα..." σκέφτηκε η Φεν "τόσο..."
"Φεν !..."
Η Φεν γύρισε πίσω της ξαφνιασμένη, μια και η σκέψη της διακόπηκε απότομα. Ήταν ο καλός της φίλος, ο Μωγ. Ήταν συνομήλικοι, συμμαθητές κι αγαπημένοι φίλοι από μωρά.

Ο Μωγ την πλησίασε χαμογελώντας:
"_Έτοιμη για το ταξίδι του ύπνου ;" τη ρώτησε γελαστά.
"_Σκαφτόμουν τη Γη... " του είπε μη δίνοντας σημασία στην ερώτηση του, "κρίμα που δε μπορούμε να πάμε έστω μια φορά..."
"_Κι όμως μπορούμε..." της ψιθύρισε συνωμοτικά.
"_Σίγουρα μπορούμε τεχνολογικά, μα οι συνέπειες θα είναι μεγάλες. Θυμάμαι την τιμωρία για την παραβίαση της εντολής. Αφαίρεση άδειας ταξιδιών για ένα χρόνο", την τελευταία φράση την τόνισε ιδιαίτερα "αν δεν ταξιδέψει κάποιος εκτός του Ηγ, για ένα χρόνο πως θα προοδευσει, πως θα εξελιχτεί, πως θα κάνει τις εργασίες στο σχολείο ; Κάτι τόσο επιπόλαιο θα του στοίχιζε πολύ και..."
"_Έχω πάει."
Ήταν ότι πιο απίστευτο είχε ακούσει ποτέ. Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσει εντελώς αυτό που της είπε.
"_Πότε, πως ; " τον ρώτησε ξαφνιασμένη.
"_Πέρσι, ακριβώς τέτοια ημέρα. Λίγο πριν κοιμηθούμε. Είχα περάσει τις συντεταγμένες στο βραχιόλι μου κι όταν σιγουρεύτηκα ότι είχαν κοιμηθεί όλοι πάτησα το κουμπί εξόδου. Στη στιγμή βρέθηκα στη Γη. Έμεινα για λίγο και μετά επέστρεψα. Κανείς δεν κατάλαβε την απουσία μου. Κάνεις ολόκληρη τη χρόνια δε με ρώτησε το παραμικρό. Σκέπτομαι να επαναλάβω αυτό το ταξίδι και μάλιστα σήμερα για να είμαι ειλικρινής..." της εξομολογήθηκε.
Απ' την έκπληξη της η Φεν είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της.
"_Πως είναι η Γη ; Μίλησες με κάποιον γήινο ; Πως ένιωσες εκεί ;" τον ρώτησε με μια ανάσα.
"_Φεν, δεν έχουμε πολύ χρόνο. Πρέπει ν' αποσυρθεί ο καθένας στην κυψέλη του... Εγώ θα πάω σήμερα στη Γη. Αν θέλεις να έρθεις κι εσύ πέρνα τις συντεταγμένες στο βραχιόλι σου και θα βρεθούμε εκεί."
Τότε η Φεν δαγκώνοντας το κάτω χείλος της από αμηχανία και με τη καρδιά της να χτυπά δυνατά έδωσε λύση στο δίλλημα της. Θα πήγαινε στη Γη. Προγραμμάτισε τις συντεταγμένες της Γης καθώς και τις ιδιαίτερες συντεταγμένες του τόπου που θα βρισκόταν εκεί και πήγε στην κυψέλη της.

Η κυψέλη της βρισκόταν στο κτίριο Δ και ήταν το νούμερο 412. Όλες οι κυψέλες ήταν πανομοιότυπες. Μικρά δωματιάκια σε ροζ-χρυσαφί χρώμα στρωμένα μ' ένα απαλό υλικό σαν πούπουλο.
Ξάπλωσε, αλλά όχι πολύ αναπαυτικά για να μην αποκοιμηθεί. Πόσο να περίμενε ; Ένιωθε κι αυτή τη νύστα να την κυριεύει...
"Τουλάχιστον εμείς νυστάζουμε μια φορά το χρόνο κι όχι κάθε μέρα !" μονολόγησε. Θυμήθηκε το μάθημα ιστορίας. Παλαιοτέρα, ο Ηγ, η Γη και η Σελήνη αποτελούσαν ένα πλανήτη κι όταν χωρίστηκε στα τρία, ο Ηγ και η Γη παρέμειναν πλάνητες ενώ η Σελήνη έγινε ο δορυφόρος τους. Ο Ηγ πέρασε σ' άλλη διάσταση, κάτι που τον έκανε αόρατο στα μάτια των γήινων. Η ζωή αναπτύχτηκε με γοργούς ρυθμούς... άραγε μήπως ήρθε η ώρα να πατήσει το κουμπί εξόδου στο βραχιολάκι της ή μήπως ήταν νωρίς ακόμη ;
Ήταν τόσο ενθουσιασμένη που θα ταξίδευε και χαμογελώντας πίεσε το κουμπί εξόδου.

Αστραπιαία βρέθηκε στη Γη. Ο Μωγ ήταν ήδη εκεί. Μα ;!; Τι παράξενο ! Στη στιγμή βρέθηκε να γελάει ασταμάτητα.
"_Αχ Μωγ εδώ τα μαλλιά σου έχουν κόκκινο χρώμα !" είπε μέσα απ' τα γέλια της, "πάει τ' όμορφο τερ χρώμα που έχουν στον Ηγ !"
"_Και τα δικά σου δε μου φαίνονται και τόσο τ'κουρ ! Αντίθετα, δείχνουν εντελώς μαύρα !" της αντιγύρισε γελώντας κι εκείνος.
"_Είναι εξαιτίας της ατμόσφαιρας τους, έτσι δεν είναι ; Νομίζω ότι εδώ είναι ορατά μόνο επτά χρώματα. Με τρία μόνο βασικά, άρα και να προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε σ' ένα γήινο τι χρώματα έχουν τα μαλλιά μας δε θα μπορούσε να τα κατανοήσει," πρόσθεσε η Φεν.
"_Ούτε και τα υπόλοιπα δώδεκα χρώματα που έχουμε εκεί..." είπε ο Μωγ δείχνοντας τον Ηγ.
"_Τι παράξενο που οι γήινοι δε μπορούν να δουν τον Ηγ..." είπε η Φεν.
"_Ούτε εμάς μπορούν να δουν Φεν. Εδώ είμαστε αόρατοι. Εκτός βέβαια, αν αλλάξουμε συχνότητα. Τι λες ; Το τολμάμε ;" ρώτησε με λαχτάρα ο Μωγ.
Η Φεν ανταποκρίθηκε αμέσως στην ιδέα του φίλου της. Της φαινόταν όλα τόσο συναρπαστικά ! Αν συναντούσαν κάποιον γήινο θα μπορούσε να τους δει και να τους μιλήσει. Φυσικά ήξεραν τη γλώσσα των γήινων. Οι γνώσεις τους ήταν απεριόριστες.

Έριξε μια ματιά γύρω της. Βρισκόταν σ' ένα πάρκο μιας πόλης. Το πράσινο γρασίδι ανέδυε μια δροσιά και διάσπαρτες υπήρχαν φυτεμένες κίτρινες και μωβ βιολετούλες. Ένα συντριβανάκι λεπτό και λυγερό έριχνε τις σταγόνες του τριγύρω. Περήφανα πεύκα έριχναν τη σκιά τους στο έδαφος και σπουργιτάκια κελαηδούσαν ζωηρά. Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό κι όλη η φύση τον ευγνωμονούσε.

Κόκκινα παγκάκια υπήρχαν για όσους ήθελαν να ξεκουραστούν η να ρεμβάσουν. Όλα ήταν έρημα. Ή μάλλον σχεδόν όλα. Γιατί στο βάθος του πάρκου, σ' ένα παγκάκι καθόταν ένα κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που μάλλον δεν το ενδιέφερε καθόλου ούτε το γρασίδι, ούτε το σιντριβάνι ούτε καν το πάρκο. Η Φεν το συμπέρανε αυτό γιατί το κοριτσάκι είχε τα χέρια του στο πρόσωπο του.
Όταν πλησίασαν, είδαν ότι το κοριτσάκι είχε τα χέρια του στο πρόσωπο του γιατί έκλαιγε και στεναχωρήθηκαν πολύ. Είχαν μάθει από μικρά να είναι συμπονετικά και πάντα βοηθούσαν κάποιον αν είχε ένα πρόβλημα.
"_Χρειάζεσαι βοήθεια ;" τη ρώτησε ευγενικά ο Μωγ.
Το κοριτσάκι κατέβασε τα χέρια του από το πρόσωπο του και τους κοίταξε με απορία. Από που εμφανιστήκαν αυτά τα δυο παιδιά ;
"_Χρειαζόμαστε όλοι μας βοήθεια..." τους είπε με σιγανή φωνή και τους φανέρωσε την αίτια της θλίψης της.

Τ' όνομα της ήταν Σοφία κι ήταν έντεκα χρονών. Ζούσε με τον μπαμπά της, τη μαμά της και τον μικρό της αδελφό. Όλα πήγαιναν μια χαρά στη ζωή της, η οικογένεια της ήταν ευτυχισμένη, στο σχολείο ήταν η καλύτερη μαθήτρια, είχε καλούς φίλους. Υπήρχε όμως κάτι που τη στενοχωρούσε πολύ: η παγκόσμια μόλυνση.

"_Κάθε μέρα σ' όλο τον κόσμο ρυπαίνεται τόσο πολύ το περιβάλλον κι αρρωσταίνουν τόσοι άνθρωποι και μεγάλοι και παιδιά ! Απ' τα καυσαέρια καταστρέφονται τα δέντρα, οι λίμνες και τα ποτάμια, δηλητηριάζεται η φύση και μετά όταν τρώμε τα φρούτα και τα λαχανικά δηλητηριαζόμαστε κι εμείς ! Καίνε τα δάση για ν' αποκτήσουν οικόπεδα και για να κτίσουν σπίτια και κτίρια ! Οι μεγάλοι δε θα σταματήσουν ποτέ να καταστρέφουν τη Γη - ποτέ ! Κι εμείς, τα παιδιά, υποφέρουμε πιο πολύ απ' αυτές τους τις πράξεις, γιατί δηλητηριαζόμαστε πιο εύκολα", τους είπε μέσα απ' τα αναφιλητά της.
Η Φεν κι ο Μωγ την άκουγαν προσεκτικά. Η Σοφία σκούπισε τα μάτια της απ' τα δάκρυα της και συνέχισε:
"_Έχω προσπαθήσει να κάνω τους μεγάλους να καταλάβουν το λάθος τους, αλλά μάταια. Έστειλα γράμματα διαμαρτυρίας σε πρωθυπουργούς και σε πρόεδρους κρατών αλλά δεν υπήρξε βελτίωση. Η μόλυνση συνεχίζεται. Εμείς τα παιδιά, πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα όσο υπάρχει ακόμη χρόνος, διαφορετικά ώσπου να μεγαλώσουμε δε θα υπάρχει πια ο πλανήτης μας ! Αυτοί οι μεγάλοι δεν τα σκέπτονται αυτά ; "


Η Φεν ήξερε ότι η Σοφία είχε δίκιο. Τα τελευταία χρόνια οι γήινοι προσπαθώντας να εξελιχτούν είχαν μολύνει παρά πολύ τον πλανήτη. Ήταν κι αυτή της γνώμης ότι έπρεπε να παρθούν μέτρα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, διαφορετικά η κατάσταση θα γινόταν ανεξέλεγκτη.

"_Σε λίγο ", συνέχισε η Σοφία, "στο Στάδιο Μουσικής, απέναντι, θα ξεκινήσει η οικολογική συναυλία. Καλεσμένοι είναι αρκετοί καλλιτέχνες που θα προσπαθήσουν να δώσουν ένα μήνυμα στους πολιτικούς: να σταματήσει η μόλυνση του περιβάλλοντος. Άλλοι θα τραγουδήσουν, κάποιοι θ' απαγγείλουν ποιήματα κι άλλοι θα χορέψουν. Θα λάβω κι εγώ μέρος, θα μιλήσω εκ μέρους των παιδιών όλου του κόσμου. Είναι όμως αυτό αρκετό ; Συναυλίες έχουν ξαναγίνει και δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα."

"_Σοφία, στη συναυλία θα υπάρχουν κάμερες, σωστά ;"
"_Ναι... " της απάντησε φυσώντας τη μύτη της σ' ένα χαρτομάντιλο.
"_Και θα παρακολουθεί αρκετός κόσμος, έτσι δεν είναι ;"
"_Ακριβώς. Οι κάμερες θ' αναμεταδίδουν τη συναυλία σ' όλο τον κόσμο ", της απάντησε κοιτώντας την απορημένη.
"_Τα παιδιά είναι πολύτιμα για τους μεγάλους. Είναι το μέλλον κάθε χώρας. Αν τα παιδιά εξαφανιστούν, οι μεγάλοι θα πανικοβληθούν ;"
"_Σίγουρα!" απάντησε η Σοφία με βεβαιότητα.
Ο Μωγ προσπαθούσε να καταλάβει τι εννοούσε η Φεν.
"_Έχω μια ιδέα, μπορούμε ν' ανέβουμε στη σκηνή μαζί σου, όταν θα κάνεις την ομιλία σου ;" ρώτησε η Φεν.
"_Υποθέτω πως ναι."
"_Ε, τότε είναι απλό " πρόσθεσε η Φεν "και είμαι σίγουρη πως η σκέψη αυτή θα έχει αποτέλεσμα. Στο τέλος της ομιλίας σου θα πεις πως αν δεν σταματήσει η μόλυνση του περιβάλλοντος, εμείς τα παιδιά θα εξαφανιστούμε απ' τον πλανήτη. Πρώτα θα εξαφανιστεί ο Μωγ και μετά από λίγο εγώ."
"_Μα πως ;" ρώτησε η Σοφια.
"_Μη σ' απασχολεί πως. Ας το δοκιμάσουμε κι ας ελπίσουμε ότι όλα θα πάνε καλά."
Αυτή ήταν η σκέψη της Φεν που της έδωσε κατευθείαν πλάνο. Έλπιζε και πέρασε κατευθείαν στη δράση κυνηγώντας την επιτυχία.
Καθώς προχωρούσαν προς το στάδιο η Φεν συζήτησε με τον Μωγ τις τελευταίες λεπτομέρειες του σχεδίου. Ήταν και οι δυο αισιόδοξοι πως θα κατάφερναν να πείσουν τους γήινους να σεβαστούν τον πλανήτη τους.

Το Στάδιο Μουσικής ήταν γεμάτο από κόσμο. Άντρες, γυναίκες και πολλά παιδιά ήταν συγκεντρωμένοι για να διαμαρτυρηθούν για τη μόλυνση του περιβάλλοντος μέσω της μουσικής, της ποίησης και του χορού.

Τα τρία παιδιά κατευθύνθηκαν στα παρασκήνια. Υπήρχε ενθουσιασμός και διάθεση για δουλεία απ' όλους. Απ' τα ηχεία ακουγόταν μουσική απ' τους καλλιτέχνες στη σκηνή.
Μετά από λίγο κάλεσαν στη σκηνή τη Σοφία. Εκείνη, ανέβηκε και πήρε τη θέση της μπροστά στο μικρόφωνο. Δεξιά της ήταν η Φεν κι αριστερά της ο Μωγ. Κοίταξε το πλήθος που περίμενε να την ακούσει και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ξεκίνησε.

"_Εκπροσωπώ τα παιδιά. Τα παιδιά όλου του κόσμου. Αφήστε μας να ζήσουμε σ' ένα καθαρό περιβάλλον, ν' αναπνέουμε δροσερό αέρα και να πίνουμε καθαρό νερό. Πιστεύετε ότι μας αρέσει αυτή η κατάσταση ; Πιστεύετε ότι μπορούμε να κάνουμε υπομονή ;" ο κόσμος την παρακολουθούσε με προσοχή "ή μήπως νομίζετε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι γίνεται ; Πρέπει να συνυπάρχουμε με τη φύση κι όχι να προσπαθούμε να τη δαμάσουμε. Δώστε μας την ευκαιρία να ζήσουμε !" όλοι τη χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι.

"_Ή μήπως ήρθε η ώρα, εμείς τα παιδιά να εξαφανιστούμε γιατί δεν αντέχουμε άλλο;" ρώτησε αργά-αργά. Σιωπή απλώθηκε παντού. "Ναι, ίσως να είναι αυτή η λύση. Αν σας αρέσει η Γη έτσι, κρατήστε την για τον εαυτό σας !"
Αυτή ήταν η φράση-σύνθημα για τον Μωγ που πάτησε το κουμπάκι στο βραχιόλι του και πέρασε σ' άλλη συχνότητα με αποτέλεσμα να γίνει αόρατος για τους γήινους παρόλο που ήταν εκεί, μπροστά τους !

Ένα μουρμουρητό σύρθηκε σ' όλο το στάδιο. Απορημένοι κι έκπληκτοι άκουσαν τη Σοφία να προσθέτει:
"_Εμείς τα παιδιά αποφασίσαμε ότι ήρθε η ώρα ν' αναλάβουμε δράση. Αν δε σταματήσει η οικολογική καταστροφή θα εξαφανιστούμε όλα !"

Τώρα ήταν η σειρά της Φεν να πατήσει το κουμπί στο βραχιόλι της. Με το που έγινε αόρατη όλος ο κόσμος πανικοβλήθηκε. Οι γονείς αγκάλιαζαν σφιχτά τα παιδάκια τους, παρακαλώντας τα να μην εξαφανιστούν. Στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου έδειχναν ξανά και ξανά τις εξαφανίσεις του Μωγ και της Φεν ! Τρομαγμένοι γονείς και συγγενείς παιδιών τηλεφωνούσαν σε πρωθυπουργούς και υπουργούς και τους έλεγαν να πάρουν μέτρα ώστε να σταματήσει η μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, διαμαρτυρόταν, φώναζε, ήταν σα να ξύπνησαν όλοι από βαθύ λήθαργο.

Οι αρχηγοί κρατών τρομαγμένοι απ' τις εξελίξεις ψηφίσαν τη λήξη της χρήσης υλικών που επιβάρυναν τον πλανήτη με την προϋπόθεση να γυρίσουν πίσω τα παιδιά που εξαφανίστηκαν. Έτσι κι έγινε Η Φεν κι ο Μωγ εμφανιστήκαν και το στάδιο πλημμύρισε από γέλια και δάκρυα χαράς ! Όλοι αγκαλιάζονταν και ξεκίνησε μια μεγάλη γιορτή που όμοια της δεν είχε ξαναγίνει ποτέ σ' ολόκληρο τον κόσμο!

Όμως η Φεν κι ο Μωγ έπρεπε να φύγουν. Χαιρέτησαν την καλή τους, πλέον, φίλη Σοφία και της υποσχεθήκαν ότι θα βρισκόταν ξανά σύντομα.
"_Μια στιγμή να σας δώσω το νούμερο του τηλέφωνου μου !" τους είπε γελαστά η Σοφία. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη μ' αυτή την ευτυχή κατάληξη. Έγραψε σ' ένα χαρτάκι το νούμερο του τηλέφωνου της και δίνοντας το τους αγκάλιασε σφιχτά.

"_Σας ευχαριστώ πολύ για όλα ! Δεν ξέρω πως τα καταφέρατε αλλά σημασία έχει ότι χάρη σ' εσάς το μέλλον της Γης προβλέπεται λαμπρό και κυρίως καθαρό ! Θα βρεθούμε και θα τα πούμε όλα, σύμφωνοι;" τους ψιθύρισε έχοντας δάκρυα χαράς στα λαμπερά ματάκια της.
"_Σύμφωνοι !" της απάντησαν οι ήγιοι.
Στη στιγμή η Σοφία ενώθηκε με το πλήθος που χόρευε ευτυχισμένο και ξέφρενο.

Η Φεν κι ο Μωγ βγήκαν απ' το στάδιο Μουσικής κι όταν έστριψαν στη γωνία πάτησαν το κουμπί στα βραχιολάκια τους. Αυτή τη φορά είχαν τοποθετήσει τις συντεταγμένες του Ηγ και στη στιγμή βρέθηκαν στις ροζ-χρυσαφί κυψέλες τους.

Ευτυχώς όλα πήγαν καλά-κανείς δεν τους είχε ανακαλύψει! Η Φεν αναστέναξε ανακουφισμένη. Δεν υπήρχε λόγος ν' αγωνιά μήπως τους τιμωρήσουν επειδή επισκεφτήκαν τη Γη. Αλλά, ακόμη κι αν αντιλαμβανόταν την αταξία τους θα τους εξηγούσαν ότι γλίτωσαν τον γείτονα πλανήτη από βέβαιο αφανισμό κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό για την ισορροπία του σύμπαντος, γιατί αν εξαιτίας της μόλυνσης η Γη πάθαινε ανεπανόρθωτη ζημιά αυτό θα είχε επιπτώσεις σ' όλους τους πλάνητες του ηλιακού συστήματος.
Στο χέρι της κρατούσε το χαρτάκι με το νούμερο του τηλέφωνου της Σοφίας. Κρίμα που δεν πρόλαβαν να της εξηγήσουν ποιοι ακριβώς είναι.

"_Ίσως κάποια άλλη φορά..." μονολόγησε η Φεν ξαπλωμένη στην απαλή κι αφράτη κυψέλη της. Αισθανόταν τόσο αποκαμωμένη. Έκλεισε τα βλέφαρα της κι αμέσως αποκοιμήθηκε βαθιά. Θα ξυπνούσε, όπως και οι υπόλοιποι ήγιοι σ' έξι μήνες...










Creative Commons License
Η Φεν κι ο Μωγ απ΄τον πλανήτη Ηγ επισκέπτονται τη Γη! είναι υπό άδεια Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα Άδεια.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Οι περιπέτειες της Ροζίτας

Σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης ζούσε μια γάτα που την έλεγαν Ροζίτα.

Η Ροζίτα ήταν μια πανέμορφη ψιψίνα με κατάλευκο τρίχωμα και γαλανά ματάκια. Τα μουστάκια της είχαν ένα λευκό-ασημί χρώμα κι έμοιαζαν να λαμπυρίζουν στον ήλιο! Φρόντιζε τη γούνα της με τόση επιμέλεια που σίγουρα ήταν η πιο καθαρή κι αστραφτερή της πόλης !
Το σπίτι της ήταν ένα μεγάλο διαμέρισμα. Μαζί της έμεναν και οι άνθρωποι της. Ένας άντρας που τον φώναζαν μπαμπά, μια γυναίκα που την φώναζαν μαμά και δυο κορίτσια που τα έλεγαν Λητώ και Αριστέα. Η Ροζιτα απολάμβανε την παρέα ολονών. Με όλους έκανε χάδια και παιχνίδια και όλοι της γέμιζαν το πιάτο της με φαγητό και νερό.
Μερικές φορές η Λητώ της έδενε μια όμορφη ροζ κορδέλα στο λαιμό μ' ένα ωραίο φιόγκο . Τότε η Ροζιτα έπρεπε να προσέχει στα παιχνίδια της για να μη πιαστεί πουθενά η κορδέλα της, αλλά της άρεζε που όλοι έλεγαν: "αχ τι όμορφη γάτα που έχουμε εμείς !" ή "τι κούκλα είναι αυτή !"

Ένα ζεστό ανοιξιάτικο πρωινό, καθόταν ήσυχη-ήσυχη και λιαζόταν στο μπαλκόνι. Τα πρωινά, συνήθως, ήταν μόνη γιατί ο μπαμπάς και η μαμά ήταν στις δουλειές τους και τα κορίτσια στο σχολείο. Βαριόταν μοναχούλα της... Τι μπορούσε να κάνει εκτός απ' το να φάει ή να κοιμηθεί ; Ίσως να τραγάνιζε λίγα φυλλαράκια απ' τις γλάστρες στο μπαλκόνι... Αυτό βέβαια ήταν απαγορευμένο και τη μάλωναν γιατί κατέστρεφε τα φυτά και γιατί μετά έκανε εμετό.

"Πφφ ! Τι ξέρουν οι άνθρωποι από ευχαρίστηση;" μονολόγησε "δροσερά φυλλαράκια στη γλωσσίτσα μου ! Μμμ ... " Η σκέψη έκανε τα σάλια της να τρέχουν και δίχως καθυστέρηση κατευθύνθηκε στις γλάστρες.
Έσκυψε σ' ένα φυλλαράκι αλλά -συμφορά!- δίπλα ακριβώς σ' ένα λουλουδάκι ήταν μια μέλισσα που φεύγοντας τρομαγμένη, εξαιτίας της γάτας, έριξε κατά λάθος γύρη στο δεξί μάτι της Ροζίτας.
_"Νιαααααου !" τσίριξε η δόλια. Το ματάκι της έτσουζε και δάκρυζε." Τι μου συμβαίνει ;!; "
Φούντωσε την ουρά της κι έτρεχε πάνω-κάτω στο μπαλκόνι. Σιγά σιγά η γύρη άρχισε να φεύγει και να νιώθει καλύτερα, αλλά σε μια στροφή του μπαλκονιού, δεν υπολόγισε σωστά και, και, και, και βρέθηκε στο κενό !
νιάου... έκπληκτη κοιτούσε γύρω της,
ΝΙΑΟΥ !!! πλησίαζε τον τσιμεντένιο δρόμο τόσο γρήγορα,
Νιαρ ; τι συνέβη ;
Την τελευταία στιγμή πέρασε ένα ανοιχτό φορτηγάκι και η Ροζιτα έπεσε φαρδιά πλατιά πάνω στις πετσέτες και τα σεντόνια που μετέφερε.
Ήταν ασφαλής, αλλά...

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΤΑΝ ΑΠ' ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ !!!

Το φορτηγάκι έτρεχε πολύ γρήγορα για να πηδήξει κάτω στο δρόμο κι έτσι αναγκαστικά παρέμενε επάνω στις πετσέτες. Κόρνες, καυσαέριο και σκόνη δημιουργούσαν μια δυσάρεστη κατάσταση για τη Ροζιτα κι έτσι όταν κάποια στιγμή το φορτηγάκι σταμάτησε, έκανε ένα ηρωικό σάλτο και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο.

Έτρεχε γρήγορα για να βρει κάπου να κρυφτεί κι άκουγε τον κόσμο να φωνάζει:
"Τι ωραία γατούλα !"
"Αχ μαμά πιασ' την, πιασ' την, ΤΗ ΘΕΛΩ ! "
"Ψιψινούλα που τρέχεις έτσι βιαστική ; "

Η καρδιά της Ροζίτας κόντευε να σπάσει. Από μια πορτούλα χώθηκε σ' ένα υπόγειο . Το ένστικτο της, της έλεγε πως εδώ θα ήταν ασφαλής. Το υπόγειο ήταν κάπως σκοτεινό και μύριζε μούχλα . Ήταν άδειο και θλιβερό και η Ροζιτα συνειδητοποιώντας την κατάσταση πικράθηκε πολύ. Ήταν κρυμμένη σ' ένα υπόγειο που βρωμούσε, ήταν μόνη της, δεν ήξερε πως να πάει στο σπίτι της, φοβόταν τους αγνώστους ανθρώπους, τα σκυλιά και τ' αυτοκίνητα.

Τι μπορούσε να κάνει ;

"Θα μείνω εδώ κρυμμένη και θα έρθει η μαμά, ο μπαμπάς, η Λητώ και η Αριστέα να με βρουν" είπε τόσο αποφασιστικά που έπεισε τον εαυτό της .
Έκλεισε τα ματάκια της κι αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε ήταν σκοτεινά. Είχε έρθει η νύχτα κι όχι η μαμά, είχε έρθει η πείνα κι όχι ο μπαμπάς, είχε έρθει η απελπισία και η θλίψη κι όχι η Λητώ και η Αριστέα.

Η κοιλίτσα της γουργούριζε απ' την πείνα. Είχε να φάει απ' το πρωί ! Και τότε άρχισε να οσμίζεται ... Τα ροζ ρουθουνάκια της έπαιξαν στην έντονη μυρωδιά... Μια πηχτή μυρωδιά γέμιζε τον αέρα. Ήταν μοσχοβολιά ψημένου κρέατος !
Την ήξερε αυτή τη μυρωδιά. Η μαμά έψηνε τακτικά σουβλάκια, όχι ότι η Ροζιτα τα έτρωγε. Όχι. Η Ροζιτα είχε πάντα τις απολαυστικές κονσέρβες της με γεύσεις όπως: "γαρίδες και ψάρια του ωκεανού", "πατέ κυνηγιού", "κομμάτια γαλοπούλας σε σάλτσα ντομάτας και τυριού", αχ...Η μαμά σερβίριζε τα σουβλάκια σε πιατέλα στρωμένη με μαρουλόφυλλα κι όλοι τα έτρωγαν με μεγάλη όρεξη. Κάποιες φορές η Αριστέα έδινε στη Ροζιτα κομματάκια. Της Ροζίτας της άρεζε η γεύση τους αλλά ήταν ιδιαίτερα σκληρά για τα καλομαθημένα, στην κονσέρβα, δοντάκια της.

Αλλά τώρα !

Τώρα θα τα καταβρόχθιζε μια χαρά !
Έβγαλε το λευκό γούνινο κεφαλάκι της απ' την κρυψώνα της. Και τότε το είδε ! Ήταν σχεδόν δίπλα... Τρία μαγαζιά πιο εκεί, ένα γυροπωλείο που είχε απ' όλα τα καλά ! Σουβλάκια, γύρο, σουτζουκάκια...
Πλησίασε σιγά-σιγά. Και τότε...

"_ΞΟΥΤ Παλιόγατα !!! Γεμίσαμε πια ! Θα κολλήσουμε καμιά αρρώστια !" της είπε ο ιδιοκτήτης του γυροπωλείου κουνώντας απειλητικά το χέρι του.

Μ' ένα σάλτο η Ροζιτα εξαφανίστηκε. Κρυμμένη ξανά στο υπόγειο έκλαιγε πικρά ... Όχι μόνο γιατί πεινούσε... Όχι. Αλλά γιατί πρώτη φορά την είχαν προσβάλλει αποκαλώντας την "παλιόγατα"... Η οικογένεια της, πάντα της έλεγε γλυκόλογα κι έτσι αισθανόταν σημαντική κι αγαπητή και τώρα, τώρα ήταν μια "παλιόγατα" ! Αχ, είναι σκληρή η ζωή αν δεν έχεις δίπλα σου ανθρώπους να σ' αγαπούν...

Για αρκετή ώρα ήταν τόσο στενοχωρημένη που δεν αισθανόταν την πείνα στα σωθικά της.
Μα ήρθε η στιγμή που άρχισε να ζαλίζεται. Κι αυτή η μυρωδιά απ' τα σουβλάκια κόντευε να την τρελάνει !

Μια μαμά κρατώντας απ' το χέρι το παιδάκι της, πέρασε μπροστά απ' το υπόγειο. Το παιδάκι κρατούσε ένα σάντουιτς. Η Ροζιτα κοίταξε το παιδάκι μέσα στα μάτια μ' ένα βλέμμα που φανέρωνε όλη της την πείνα. Το παιδάκι την ένιωσε. Μερικές φορές κι εκείνο λαχταρούσε παγωτό αλλά δε του αγόραζαν. Εκείνου θα του αγόραζε η μαμά του κάτι άλλο να φάει, η γλυκιά αυτή γατούλα όμως δεν έπρεπε να μείνει νηστική. Έτσι άφησε το σάντουιτς να γλιστρήσει απ' τα χέρια του, και συνέχισε να περιπατάει. Η μαμά του, ευτυχώς, δεν κατάλαβε τίποτε γιατί σίγουρα θα είχε τις αντιρρήσεις της.

Η Ροζιτα, τρέχοντας, άρπαξε το φαγητό κι έτρεξε στο υπόγειο. Αχ, πόση ευχαρίστηση ένιωσε όταν βύθισε τα δοντάκια της στο ψωμάκι και στο κρέας ! Και τι νόστιμη που ήταν η δροσερή ντοματούλα ! Έτρωγε τόσο λαίμαργα που λέρωσε τη γούνα της, αλλά ποιος νοιαζόταν; Σημασία είχε ότι γέμισε η κοιλίτσα της. Μετά από λίγη ώρα, χορτάτη, νιβόταν. Έγλυφε το χεράκι της και μετά το περνούσε πάνω απ' το κεφάλι της.
Τώρα ένιωθε το αίμα της να κυκλοφορεί καλύτερα. Είχε αφήσει το μισό σάντουιτς γι' αργότερα. Αναρωτιόταν τι να έκαναν τώρα στο σπίτι οι δικοί της άνθρωποι. Άραγε την έψαχναν; Τη σκαφτόταν ; Τώρα είχε βραδιάσει για τα καλά και η κίνηση στο δρόμο λιγόστευε.

"Αν ήμουν τώρα στο σπίτι θα ξάπλωνα στο ροζ μου μαξιλαράκι... Πρέπει να βρω το δρόμο για το σπίτι !" σκέφτηκε.

Καθώς το βράδυ κυλούσε, ένα-ένα τα μαγαζιά έκλειναν. Τα φώτα είχαν σβήσει και η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της. Και τότε η Ροζιτα άκουσε ένα θόρυβο που ερχόταν από εκεί που ήταν ο κάδος των απορριμμάτων...
Μια γάτα με παράξενο βάδισμα έψαχνε εκεί για φαγητό. Ήταν καφετιά, μεγαλύτερη σε μέγεθος από τη Ροζιτα και είχε δυο παράξενα εξογκώματα στην πλάτη της. Η Ροζιτα δε μπορούσε να την αγνοήσει. Ήξερε πλέον πολύ καλά τι σημαίνει πείνα κι έτσι είπε με την ευγενική φωνή της:

"_Υπάρχει εδώ φαγητό, αν θέλεις..."Ο γάτος κοντοστάθηκε. Μήπως ήταν παγίδα; Ζώντας πάντα μόνος του, είχε γίνει επιφυλακτικός με όλους. Αυτή η άσπρη γατούλα πρέπει να ήταν καινούρια στη γειτονιά - δεν την ήξερε. Να την εμπιστευόταν; Θα πλησίαζε και θ' αποφάσιζε. Με τον ιδιόρρυθμο βηματισμό του πλησίασε την πόρτα του υπόγειου.
"_Έχω αυτό το σάντουιτς..." του είπε χαμογελαστά η Ροζιτα, που προς στιγμή είχε ξεχάσει όλα της τα βάσανα.
"_Και θέλεις να το μοιραστείς μαζί μου;" τη ρώτησε έκπληκτος ο γάτος. Πρώτη φορά κάποιος ήταν τόσο καλός μαζί του. Η εμφάνιση του, δεν του επέτρεπε να κάνει φίλους.
"_Όχι, εγώ έχω φάει, είναι όλο δικό σου..." του απάντησε.
"_Είσαι πολύ καλή..."
"_Ευχαριστώ. Τ' όνομα μου είναι Ροζιτα. Το δικό σου ;"
"_..."
"_Δεν θέλεις να μου πεις τ' όνομα σου;"
"_Δεν έχω όνομα..." είπε λυπημένα ο γάτος, "δε μου μίλησε ποτέ κανείς και γι' αυτό δε χρειάστηκα ποτέ ένα όνομα."
"_Δεν έχεις οικογένεια; Φίλους;" τον ρώτησε η Ροζιτα με κάποιο δισταγμό γιατί δεν ήθελε να γίνει αδιάκριτη.

Και τότε τρώγοντας, ο γάτος της είπε την ιστορία του. Η ύπαρξη του οφειλόταν σ' ένα πείραμα. Ήταν κατασκευασμένος σ' ένα εργαστήριο από επιστήμονες. Ήταν το πείραμα με τον κωδικό αριθμό "Ι1" που σήμαινε Ιπτάμενος 1. "Ιπτάμενος" γιατί στο DNA του, που ήταν γάτας , είχαν προσθέσει και μόρια αετού κι έτσι είχε φτερά και "1" γιατί πρώτη φορά γινόταν αυτό το πείραμα. Ολοκληρώνοντας τη φράση του, με μια κίνηση άνοιξε τα φτερά του. Ήταν αυτά που η Ροζιτα είχε δει σαν εξογκώματα. Αυτά τα φτερά ήταν τεράστια ! Ήταν φτερά στο μέγεθος των φτερών του αετού αλλά η διαφορά ήταν ότι αυτά ήταν καλυμμένα με γούνα. Εξαιτίας του βάρους τους όταν περπατούσε δεν είχε καλή ισορροπία και γι' αυτό ο βηματισμός του ήταν κάπως παράξενος. Κάποια στιγμή κατάφερε ν' αποδράσει απ' το εργαστήριο. Στους δρόμους όμως που κατέληξε μην έχοντας σπιτικό, η κατάσταση ήταν εξίσου δύσκολη γι' αυτόν γιατί οι άλλες γάτες δεν ήθελαν να τον δεχτούν σα γάτο, σαν ένα όμοιο τους πλάσμα, εξαιτίας των φτερών του και πολλές ήταν οι φορές που του είχαν επιτεθεί. Έτσι μετά από τα επώδυνα πειράματα που του είχαν κάνει οι άνθρωποι στο εργαστήριο, έπρεπε ν' αντιμετωπίσει και την απόρριψη των άλλων γατών. Αναγκαστικά λοιπόν, έπρεπε να κρύβεται απ' όλους.

"_Αχ, είναι τόσο θλιβερή η ιστορία σου..." είπε η Ροζιτα "κι ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω πως μπορούν να είναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι που επενέβηκαν στο σώμα σου, αλλά και οι γάτες που σου επιτέθηκαν αντί να σε βοηθήσουν να ενταχθείς στην κοινότητα του δρόμου !"
"_Ο καθένας είναι για τον εαυτό του Ροζιτα. Μόνο εσύ ως τώρα μου φέρθηκες με καλοσύνη. Αλλά πες μου τώρα τη δική σου ιστορία. Πως βρέθηκες εδώ ;"
Αμέσως η Ροζιτα του είπε για το σπίτι της, τη μέλισσα, το αυτοκίνητο, το υπόγειο, το σάντουιτς - όλα. Του είπε πόσο της έλειπε η οικογένεια της, το ροζ μαξιλαράκι της μέχρι και το ξυπνητήρι που κουδούνιζε το πρωί για να ξυπνήσει την οικογένεια της και την ενοχλούσε τόσο, αλλά τώρα και τι δε θα έδινε να το άκουγε ξανά !Αφού διηγήθηκε όλα όσα της είχαν συμβεί η Ροζιτα σιώπησε. Κοίταξε έξω το δρόμο που ήταν σκοτεινός κι έρημος. Μόνο μια πινακίδα έριχνε το φως της και κάποιες αχτίδες φωτός έπεφταν στη γούνα του γάτου και την έκανε να λαμπυρίζει σαν κόσμημα.
"Να ένα ταιριαστό όνομα" σκέφτηκε η Ροζιτα και γυρνώντας προς το μέρος του τον ρώτησε:
"_Πως σου φαίνεται το όνομα 'Χρυσάφης' ; Να σε φωνάζω έτσι ;"
"_Ναι ! Είναι καταπληκτικό όνομα !" απάντησε εκείνος με χαρά. Συγκινημένος απ' την καλοσύνη της Ροζίτας, ο Χρυσάφης της πρότεινε να ξεκινήσουν την αναζήτηση του σπιτιού της.
"_Αχ Χρυσάφη πως θα μπορέσουμε να το βρούμε ; Δεν έχω ιδέα που βρίσκομαι... Έχω χάσει τον προσανατολισμό μου..."
"_Μη σ' απασχολεί αυτό. Από ψηλά, όλα φαίνονται πιο εύκολα ", της απάντησε χαμογελώντας. Στη στιγμή άνοιξε τα φτερά του κι η Ροζιτα ενθουσιασμένη ανέβηκε στην πλάτη του. Σίγουρα, το θέαμα ήταν πολύ παράξενο εκείνη τη νύχτα. Μια γάτα επάνω σε μια άλλη γάτα να πετάνε στην Ανατολική Θεσσαλονίκη.
Με τη βοήθεια του Χρυσάφη, η Ροζιτα βρήκε γρήγορα το σπίτι της. Προσγειώθηκαν στο μπαλκόνι μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Λητώς και της Αριστέας.
"_Ρόζα, Ροζιτα !!!"
"_Που ήσουν ; Που πήγες : Μαμά ! Μπαμπά ! Ήρθε ! ΗΡΘΕ !!!"
"_Ψάξαμε παντού Ροζιτούλα μου, που είχες πάει ; " τη ρώτησε η μαμά χαϊδεύοντας την.
"_Κοίτα τι παράξενος γάτος... Μπαμπά υπάρχουν γάτες με φτερά ;" ρώτησε η Λητώ.
"_Δεν έχω ξαναδεί, ούτε έχω ακούσει ποτέ για φτερωτές γάτες..." απάντησε ο μπαμπάς απορημένος.
"_Αυτός ο γάτος γύρισε τη Ροζιτα μας στο σπίτι και είναι φίλος της. Από σήμερα έχουμε ένα ακόμη μέλος στην οικογένεια μας" πρόσθεσε ο μπαμπάς.
"_Μπορείς να μείνεις μαζί μας, αν θέλεις..." είπε η μαμά στο Χρυσάφη. Ο Χρυσάφης, τρίβοντας το κεφάλι του στο πόδι της μαμάς έδειξε ότι δεχόταν την πρόσκληση. Επιτέλους κάπου τον δεχτήκαν μ' αγάπη.
Όλη η οικογένεια μπήκε μέσα στο σπίτι. Γέλια και χάρες ακουγόταν στο σπίτι της οδού Π. Συνδίκα...
Αν κάποια φορά δείτε κάποια γάτα να πετάει, μην απορήσετε ! Θα είναι ο Χρυσάφης που κάνει τη βόλτα του !




Creative Commons License
Οι περιπέτειες της Ροζίταςείναι υπό άδεια Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα Άδεια.

Χτα-χτα Το ζωηρό χταποδάκι που έσωσε τη ζωή του καλύτερου φίλου του

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χαριτωμένο χταποδάκι που το έλεγαν Χτα-χτα. Τι τον έκανε χαριτωμένο; Η όλη συμπεριφορά του. Ήταν πάντα χαρωπό και γελαστό!

Απ' το πρωί που ξυπνούσε ως το βράδυ που κοιμόταν δεν έμενε ακίνητο ούτε λεπτό, και παρόλο που έκανε πολλές σκανδαλιές όλοι το αγαπούσαν. Ένα απ' τα αγαπημένα του παιχνίδια ήταν να τρέχει πάνω-κάτω και ξαφνικά να κουκουλώνει με το σώμα του, τους ιππόκαμπους! Άλλες φορές ανακάτευε το βυθό κι εκνεύριζε τα καβουράκια. Επίσης, κρυβόταν κάπου κι όταν εμφανιζόταν ξαφνικά, κατατρόμαζε τις δόλιες τις σουπιές για να τις κάνει να χύσουν το μελάνι τους.

Το νούμερο ένα όμως παιχνίδι του ήταν το εξής : κολυμπούσε, τάχα αμέριμνα, δίπλα στην Ασημίνα, η Ασημίνα ήταν μια πανέμορφη γοργόνα που ήταν φίλη του, και στην πιο ανυποψίαστη στιγμή απλωνόταν πάνω στο κεφάλι της κάνοντας την να φαίνεται σα να φορούσε ροζ περούκα! Η Ασημίνα φρόντιζε πολύ την εμφάνιση της και ήθελε πάντα να είναι περιποιημένη και σίγουρα το να φαίνεται σα να έχει ροζ μαλλιά δεν ήταν του στυλ της ! Κάθε φορά που ο Χτα-χτα γινόταν ένα με τα μαλλιά της, τον απειλούσε ότι θα τον πετάξει με την ουρά της στη στεριά! Φυσικά ποτέ δεν πραγματοποίησε την απειλή της. Όπως όλοι έτσι και η Ασημίνα του είχε αδυναμία. Ο λόγος; Ήταν τόσο αξιαγάπητος και καλόκαρδος, μια τόσο τρυφερή ύπαρξη που τους έκανε όλους να τον υπεραγαπάμε. Συνεχεία γελαστός και υπερκινητικός πως να μη μαγεύει τους άλλους;

Σύντροφος του σε πολλά παιχνίδια - αλλά όχι στις σκανδαλιές - ήταν ο Ριρικος. Όχι, ο Ριρικος δεν ήταν κι αυτός χταπόδι. Ούτε καλαμάρι .Δεν ήταν καν μαλάκιο. Ήταν μια ψηλόλιγνη ρέγγα !Πως ταίριαζαν οι δυο τους ! Τι αγαπημένοι φίλοι ! Δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσα τους. Αν και ήταν τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες, ο Ριρικος ήταν ήσυχος και γαλήνιος, είχαν την τέλεια φιλική σχέση. Ήταν συμπληρωματικά διαφορετικοί !

Μια μέρα έπαιζαν οι δυο τους ένα αγαπημένο τους παιχνίδι που λεγόταν σλάλομ. Σ' αυτό το παιχνίδι ο Χτα-χτα έμενε ακίνητος με τα πλοκάμια ανοιχτά κι ο Ριρικος περνούσε ανάμεσα τους. Δεν έπρεπε να τ' ακουμπήσει γιατί θα έχανε.
Εκείνη τη στιγμή , εμφανίστηκε απ' το πουθενά ένα σκουληκάκι. Ο Ριρικος άνοιξε το στόμα του για να το φάει και στη στιγμή άρχισε να σφαδάζει απ' τον πόνο !
"_Ριρικο, Ριρικο μου ! " φώναξε έντρομος ο Χτα-χτα.
"_Άου άου !!! " βόγκηξε ο καημένος ο Ριρικος.
"_Τι συμβαίνει; " αναρωτήθηκε ο Χτα -χτα. Τώρα ο Ριρικος ανέβαινε χωρίς τη θέληση του επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας γαντζωμένος σ' ένα αγκίστρι !
Ο Χτα -χτα ακολούθησε το φίλο του και είδε μια βάρκα μέσα στην οποία ήταν τρεις άνθρωποι. Στη μια άκρη της βάρκας υπήρχε ένας κουβάς με νερό κι εκεί μέσα είχαν ρίξει τον Ριρικο !
"_Πηδά Ριρικο στη θάλασσα !" φώναξε ο Χτα-χτα μ' όλη του τη δύναμη. Μάλλον όμως ο Ριρικος ήταν αποδυναμωμένος γιατί όσο κι αν προσπαθούσε δε μπορούσε να τα καταφέρει. Στη στιγμή ο Χτα-χτα βούτηξε στα βαθιά και στο κάλεσμα του ήρθαν όλα τα ψάρια.
"_Ελάτε ! Βοηθείστε το Ριρικο ! " ούρλιαξε απελπισμένος.
"_Μη στενοχωριέσαι Χτα-χτα" τον καθησύχασε η Ασημίνα, "όλοι μαζί θα βρούμε μια λύση."
Ευθύς ανέβηκαν στην επιφάνεια όλοι μαζί. Ξιφίες, θράψαλα, ιππόκαμποι, γόπες και σαρδέλες, μπακαλιάροι, σουπιές, καλαμάρια, αθερίνες όλοι μα όλοι πήγαν κάτω απ' τη βάρκα κι άρχισαν να την ανασηκώνουν. Συνέχεια έρχονταν κι άλλα ψάρια και προσθέτονταν με αποτέλεσμα η βάρκα να βρεθεί πέντε ολόκληρα μέτρα πιο ψηλά απ' την επιφάνεια της θάλασσας.
Ήταν το πιο αλλόκοτο σιντριβάνι που έγινε ποτέ !
"_Άγιε μου Νικόλα θαλασσινέ !" είπε ο ένας ο ψαράς κάνοντας το σταυρό του.
"_Τι μας έλαχε αφεντικό ;" ρώτησε ο άλλος ψαράς έντρομος.
"_Τρελάθηκαν τα ψάρια ; Μήπως κάποιος οιωνός ; Μήπως θα γίνει κάποια καταστροφή ; " τσίριξε ο τρίτος ψαράς.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε απ' το πουθενά η Ασημίνα και με μια υπέροχη βουτιά, άρπαξε τον κουβά που ήταν μέσα ο Ριρικος κι εξαφανίστηκε πάλι στην αγκαλιά της θάλασσας. Τ' άλλα ψάρια τότε, αφού ο Ριρικος είχε σωθεί άρχισαν να υποχωρούν και η βάρκα ξανακούμπησε στη θάλασσα.

Οι τρεις ψαράδες κάτασπροι απ' τον τρόμο αποφάσισαν αμέσως ν’ αλλάξουν επάγγελμα.
Όσο για τον Ριρικο η χαρά του δεν περιγραφόταν όταν βρέθηκε ξανα με τους φίλους του και ειδικά με τον Χτα-χτα. Τον είχαν σώσει!

Ο Χτα-χτα συγκινημένος τον αγκάλιαζε σφιχτά κι ο Ριρικος του έλεγε γελώντας:
"_Πιο σιγά θα σκάσω !!!"
Από τότε, σ' εκείνη την περιοχή η ζωή των ψαριών κυλά ήρεμη και γεμάτη χαρά γιατί κάνεις ψαράς δεν τολμά να πλησιάσει.














Creative Commons License
Χτα-χτα, το ζωηρό χταποδάκι που έσωσε τη ζωή του καλύτερου φίλου τουείναι υπό άδεια Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα Άδεια.