Μπίχρα ήταν τα παρατσούκλι του γιατί έτρωγε συνέχεια μπίχρα, δηλαδή κάτι φρούτα που υπάρχουν στον τόπο του, που είναι πράσινα απ’ έξω και κόκκινα από μέσα και είναι γλυκά σα μέλι!
Ο Μπίχρα ζούσε με τη μαμά του, το μπαμπά του και τον αδερφό του τον Ζέτι, σ’ ένα όμορφο σπιτάκι κάτω από τη γη. Ήταν μία αγαπημένη οικογένεια που ξυπνούσε κάθε πρωί και πήγαινε, όπως όλοι οι καλικάντζαροι, να πριονίσουν το Δέντρο. Το απόγευμα γυρνούσαν στο σπίτι για ξεκούραση, για φαγητό και για παιχνίδι. Ναι τα καλικαντζαράκια τα βράδια μαζεύονται όλα μαζί και παίζουν παιχνίδια που τους κάνουν να ξεκαρδίζονται στα γέλια!
Αυτό όμως που λατρεύουν όλα μα όλα τα καλικαντζαράκια είναι οι διακοπές. Κι όχι ότι κι ότι διακοπές αλλά διακοπές στην επιφάνεια της γης!
Έτσι και ο Μπίχρα. Περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει ο καιρός να ανέβει ξανά στην γη. Θα έτρωγε πάλι εκείνα τα νόστιμα γλυκά που κάνουν οι άνθρωποι, θα έβλεπε εκείνα τα πολύχρωμα φωτάκια που αναβόσβηναν, θα λαχτάριζε μερικούς ανθρώπους. Αχ, είναι τέλειες οι διακοπές!
Η μεγάλη μέρα έφτασε. Όλοι άφησαν τα πριόνια κάτω. Το Δέντρο κρεμόταν από μία κλωστή! Τότε ακούστηκε η φωνή του Ρέντακ του σοφού γέροντα:
«_Καλοί μου καλικάντζαροι κηρύσσω την αρχή των διακοπών!»
«_Ζήτω! Ζήτω!» φώναξαν όλοι μαζί.
«_Όταν θα επιστρέψουμε θα έχουμε πολύ λίγη δουλειά κι επιτέλους θα εκπληρωθεί τ’ όνειρο μας! Θα ρίξουμε το Δέντρο!»
«_Ναι! » ζητωκραύγασε το πλήθος.
«_Και τώρα καλές διακοπές και πολλές σκανδαλιές!» είπε ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο Ρέντακ.
Πόσο χάρηκε ο Μπίχρα όταν ανέβηκαν στην επιφάνεια της γης! Είχαν περάσει από σήραγγες και μυστικά μονοπάτια κι είχαν φτάσει ώσπου να πεις νάτκε*. Όπως πάντα είχαν πάει στην ίδια πόλη που πήγαιναν πάντα, αυτήν που οι άνθρωποι ονόμασαν Θεσσαλονίκη.
*το νάτκε είναι φρούτο στη χώρα των καλικαντζάρων, πορτοκαλί απ’ έξω και γαλάζιο από μέσα, πολύ-πολύ γλυκό και νόστιμο
Τι όμορφα που ήταν στολισμένη! Χριστουγεννιάτικα φωτάκια λαμπύριζαν παντού και στις βιτρίνες υπήρχαν στολισμένα πακετάκια με όμορφες γιρλάντες! Και τι γλυκές ευωδιές από μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ισλί, τούρτες, τάρτες, βασιλόπιτες!
Κάθε μέρα ήταν ένα όνειρο για τον Μπίχρα. Με την οικογένεια του, είχαν τρυπώσει σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι κι εξορμούσαν κάθε μέρα σε ζαχαροπλαστεία και φούρνους.
Δώδεκα μέρες κύλησαν σα νερό… Ο Μπίχρα στεναχωριόταν που έπρεπε να γυρίσουν πίσω. Ένιωθε ένα δάγκωμα στην καρδούλα του, που του στερούσε κάθε χαρά. Όταν ήταν πιο μικρός όταν έφτανε αυτή η μέρα, παρακαλούσε κλαίγοντας τη μαμά του να μείνουν κι άλλο. Κι εκείνη πάντα του έλεγε:
«_Δε μπορούμε να μείνουμε κι άλλο γλυκό μου παιδί…»
Τώρα όμως είχε μεγαλώσει. Δεν ήταν δα κανένα μωρό. Θα μπορούσε να μείνει στη Θεσσαλονίκη και μόνος του αν ήθελε.
«Θα μείνω» σκέφτηκε αποφασιστικά.
Ευθύς η σκέψη αυτή έκανε την καρδιά του να χτυπήσει τόσο δυνατά που λαχάνιασε! Θα έμενε και θα περνούσε υπέροχα! Όλο το χρόνο διακοπές!
Καημένε Μπίχρα να ήξερες πόσο θα μετάνιωνες γι’ αυτή σου την απόφαση!
Έτσι, την επόμενη μέρα, όταν ξεκίνησαν όλοι μαζί για κάτω, ο Μπίχρα εφάρμοσε ένα σχέδιο που είχε στο μυαλό του. Κάποια στιγμή είπε στη μαμά του ψέματα ότι θα πάει κοντά στο μπαμπά του, που περπατούσε λίγο πιο πίσω με κάτι φίλους του. Όμως, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, έμενε συνέχεια όλο και πιο πίσω ώσπου κάποια στιγμή έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω στη Θεσσαλονίκη.
Τι παράξενη που ήταν η πόλη χωρίς τους δικούς του… Σα να ήταν πιο κρύα . Και κάπως τρομακτική… Μόνος του φοβόταν να μπει σε ζαχαροπλαστεία ή σε φούρνους. Και οι άνθρωποι τι ψηλοί και μεγάλοι που ήταν!
Άρχισε να σουρουπώνει… Πεινούσε, φοβόταν κι ήταν κουρασμένος. Κι όλα εκείνα τα κόκκινα και τα πράσινα φωτάκια που άναβαν αυτές τις μέρες τώρα γιατί ήταν σβηστά; Άραγε αν έτρεχε πίσω θα προλάβαινε τους δικούς του;
Έτρεξε τόσο γρήγορα που έγινε απίστευτα κόκκινος. Το μόνο όμως που κατάφερε ήταν να χαθεί.
«_Τώρα; Τώρα τι θα κάνω;» αναρωτήθηκε απελπισμένος.
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν απ’ τα μάτια του. Κάτι φωνές ακούστηκαν από πίσω του. Τρομαγμένος ο Μπίχρα τρύπωσε στο πρώτο σπίτι που ήταν μπροστά του.
Ήταν μια διώροφη μονοκατοικία. Ένα παραθυράκι στην κουζίνα ήταν ανοιχτό. Ζορίστηκε λίγο αλλά κατάφερε να μπει μέσα.
Η κουζίνα ήταν κατάφωτη και τη διέσχισε γρήγορα-γρήγορα παρόλο που πεινούσε πολύ. Απ’ το βάθος, όπου βρισκόταν το σαλόνι ακουγόταν ομιλίες και φοβισμένος ανέβηκε την ξύλινη σκάλα που βρισκόταν δίπλα στην κουζίνα. Ευθύς βρέθηκε στον επάνω όροφο και κρύφτηκε στο πιο σκοτεινό δωμάτιο που βρήκε.
Ξάπλωσε στο χαλί αποκαμωμένος. Απ’ το παράθυρο του δωματίου φαινόταν το βουνό που λέγεται Σέιχ-Σου. Εκεί ήταν το πέρασμα των καλικάντζαρων. Από εκεί ερχόταν κι από εκεί έφευγαν. Ο Μπίχρα όμως δε θυμόταν ακριβώς το σημείο εισόδου-εξόδου.
«_Αχ…»αναστέναξε βαριά και δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλα του.
«_Ποιος είναι εκεί; » ακούστηκε μία κοριτσίστικη φωνούλα.
Ο Μπίχρα πάγωσε στη θέση του.
«Τι καινούρια συμφορά », σκέφτηκε, «τώρα θα με πιάσουν οι άνθρωποι…» Όμως η φωνή ακουγόταν παιδική και τα καλικαντζαράκια εμπιστεύονται τα μικρά παιδάκια.
«_Είμαι ο Μπίχρα…» της απάντησε δειλά
«_Καλησπέρα Μπίχρα, εγώ είμαι η Αγγελική. Νόμιζα ότι όλα τα παιδάκια έφυγαν απ’ τη σημερινή γιορτή. Πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς αύριο γιατί θα πάμε στο σχολείο, οι χριστουγεννιάτικες διακοπές τελείωσαν, τώρα πρέπει να κοιμόμαστε νωρίς. Εσένα όμως δε σε θυμάμαι. Με ποιους ήρθες; »
«_Μόνος μου»
«_Όχι στο δωμάτιο μου, αλλά στο σπίτι μας.»
«_Μόνος μου», ψιθύρισε ξανά ο Μπίχρα
«_Μόνος σου: Μα αφού η φωνή σου ακούγεται παιδική. Τα παιδάκια δεν κυκλοφορούν μόνα τους γιατί μπορεί να τους τύχει κάτι κακό.»
«_Αχ Αγγελική δε βλέπεις τι είμαι;» ρώτησε ο Μπίχρα ανοίγοντας την πόρτα για να μπει φως απ’ το χολ.
«_Όχι, δε μπορώ να σε δω… Είμαι τυφλή.»
«_Τυφλή; Τι σημαίνει αυτή η λέξη;» ρώτησε απορημένος ο Μπίχρα.
«_Ότι δεν μπορώ να δω τίποτα.»
«_Λυπάμαι πολύ… δεν το ήξερα…», είπε ο Μπίχρα κι έξυσε το κεφάλι του νιώθοντας αμηχανία.
«_Δεν χρειάζεται να αισθάνεσαι άσχημα» του είπε η Αγγελική ευγενικά κι απαλά.
«_Λοιπόν Αγγελική πρέπει να σου εκμυστηρευτώ ότι δεν είμαι παιδάκι… δηλαδή είμαι παιδάκι αλλά όχι παιδάκι-παιδάκι, παιδάκι αλλά όχι ανθρωπάκι…», ο Μπίχρα μπερδευόταν ολοένα και περισσότερο στην προσπάθεια του να εξηγήσει ότι ήταν καλικαντζαράκι.
«_Ε, ναι ένα παιδάκι το λες παιδάκι μέχρι την ηλικία των έξι το πολύ οχτώ χρονών. Αν εσύ Μπίχρα μου είσαι δέκα χρονών είσαι παιδί» είπε γελαστά η Αγγελική.
«_Όχι δεν με κατάλαβες, δεν το εξήγησα και πολύ σωστά μάλλον, είναι και η κατάσταση περίπλοκη… είμαι παιδάκι, δε βιάζομαι να μεγαλώσω, δεν είμαι παιδί, γιατί τα μικρά παιδάκια λένε ότι είναι παιδιά για να φαίνονται μεγαλύτερα, ναι, αυτά κάνουν έτσι. Θα μου πεις αφού είμαι μικρό παιδάκι γιατί δεν είμαι με τη μαμά μου, αλλά Αγγελική μου, είμαι ένα ζωηρό κι άτακτο καλικαντζαράκι…», εξομολογήθηκε ο Μπίχρα.
«_Ε, καλά κι εγώ όταν κάνω κάποια σκανδαλιά, η μαμά μου με φωνάζει καλικαντζαράκι», είπε η Αγγελική.
«_Μόνο που εσύ μπορεί να είσαι άτακτη σαν καλικαντζαράκι αλλά εγώ είμαι καλικαντζαράκι!»
«_Πως;;;»
«_Μένω στα βάθη της γης και πριονίζω με τους υπόλοιπους καλικάντζαρους το Δέντρο.»
«_Ορίστε;;;»
«_Κάθε χρόνο πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να το κόψουμε αλλά εκείνο ποτέ δεν πέφτει.»
«_Παρακαλώ;;;»
«_Έρχομαι εδώ με τους δικούς μου κάθε Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη και περνάμε καταπληκτικά. Τα γλυκά εδώ είναι πεντανόστιμα», είπε ο Μπίχρα με μία ανάσα.
Η Αγγελική, έκπληκτη προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μία τάξη. Άρα η γιαγιά της είχε δίκιο όταν της έλεγε ότι υπάρχουν καλικάντζαροι!
«_Μπίχρα μπορείς να πλησιάσεις λίγο προς τα εμένα; Θα ήθελα να σε ψηλαφίσω, αν δεν έχεις αντίρρηση φυσικά…» τον ρώτησε ευγενικά.
Ο Μπίχρα ένιωθε πως μπορούσε να εμπιστεύεται την Αγγελική, του ήταν αρκετά συμπαθής. Έκανε τρία μεγάλα βήματα και βρέθηκε δίπλα της. Η Αγγελική πέρασε τα δάχτυλα της απ’ το πρόσωπο του, τη μυτούλα του, τ’ αυτάκια του, άγγιξε τα χέρια του κι ακούμπησε το γιλεκάκι που φορούσε. Ναι, αναμφισβήτητα αυτό ήταν πρόσωπο καλικάντζαρου κι όχι ανθρώπου. Κι ήταν τόσο μικροκαμωμένος – σα μία χνουδωτή κούκλα. Κι ο Μπίχρα όμως παρατήρησε την Αγγελική στο λιγοστό φως που έμπαινε απ’ το χολ. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και πολύ λαμπερά. Το δέρμα της ήταν λευκό κι ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπο της. Σίγουρα είχε μια ευγενική φυσιογνωμία που φανέρωνε ένα καλό χαρακτήρα.
«_Έχει μερικά κουλουράκια στο τραπεζάκι δίπλα μου. Θα ήθελες να δοκιμάσεις;» του πρόσφερε.
«_Μετά χαράς!» είπε με ευγνωμοσύνη ο Μπίχρα που μόλις τα είχε εντοπίσει.
Αφού τα έφαγε, ένιωσε το αίμα του να κυλάει καλύτερα στο σώμα του. Τι ωραία να είσαι χορτάτος!
«_Μπίχρα έχω μία απορία. Κάθε χρόνο οι καλικάντζαροι μένουν μόνο δώδεκα ημέρες στην επιφάνεια της γης. Σε λίγες ώρες θα ξημερώσει η δέκατη Τρίτη ημέρα. Φέτος θα παραμείνετε εδώ;»
«_Αχ, Αγγελική μου, ήταν μία δική μου απερισκεψία… Κορόιδεψα τους γονείς μου για να παραμείνω κι άλλο και τώρα δεν ξέρω τον δρόμο για να γυρίσω πίσω. Πίστευα ότι θα περνούσα τόσο διασκεδαστικά όσο κι όταν είναι κι εκείνοι εδώ αλλά τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Είμαι τόσο μόνος… και χωρίς τους δικούς μου όλα είναι τόσο θλιβερά κι ούτε γλυκά μυρίζω στους δρόμους πια, εξαιτίας της θλίψης μου…» είπε αναστενάζοντας.
«_Μη στεναχωριέσαι… πάντως γλυκά δεν είσαι ο μόνος που δε μυρίζει, γιατί μετά τα Χριστούγεννα δεν τρώμε τόσα πολλά και…»
«_Τι; Δεν είναι πάντα η Θεσσαλονίκη στολισμένη με φωτάκια και γεμάτη από γλυκά;» ρώτησε ο Μπίχρα με τρόμο.
«_Είναι», του είπε η Αγγελική γελαστά, «αλλά όχι τόσο πολύ. Έχουμε κι άλλες γιορτές κι άλλα γλυκά που ακολουθούν.»
«_Αχ…» αναστέναξε ο Μπίχρα με ανακούφιση.
«_Μια που δε θυμάσαι το δρόμο να γυρίσεις πίσω, θα ήθελες να σε φιλοξενήσω μέχρι να γυρίσουν οι δικοί σου;»
«_Αχ Αγγελική, είσαι τόσο καλή…» είπε ο Μπίχρα μ’ ευγνωμοσύνη «σ’ ευχαριστώ πολύ, θα το ήθελα, ναι!»
«_Ωραία, κανονίστηκε λοιπόν! Τώρα όμως πρέπει να κοιμηθούμε γιατί αύριο το πρωί θα ξυπνήσω νωρίς για να πάω στο σχολείο. Εσύ μπορείς να κοιμηθείς στο καναπεδάκι δεξιά. Κουβέρτα για να σκεπαστείς έχει στο ντουλάπι δεξιά. Καλή ξεκούραση.»
«_Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Μόνο να σε ρωτήσω κάτι. Τι είναι το σχολείο;»
«_Αχ συγνώμη Μπίχρα δε σου εξήγησα. Το σχολείο είναι ένα μέρος, ένα κτίριο που πηγαίνουν τα παιδιά για να μάθουν να γράφουν, να διαβάζουν, να κάνουν λογαριασμούς. Μαθαίνουν επίσης ιστορία, δηλαδή τη ζωή και τα έργα των ανθρώπων στο παρελθόν, γεωγραφία, δηλαδή για τις χώρες που υπάρχουν στη γη.» εξήγησε η Αγγελική.
«_Πρέπει να είναι ενδιαφέρον. Καληνύχτα Αγγελική και καλό σχολείο αύριο» είπε ο Μπίχρα καθώς ξάπλωνε στο καναπεδάκι κι άπλωνε την κουβέρτα πάνω στο κορμάκι του. Ήταν σίγουρος ότι αυτή η χρονιά θα ήταν εξαιρετικά συναρπαστική.
«_Καληνύχτα Μπίχρα…» ευχήθηκε η Αγγελική καθώς βυθιζόταν σ’ ένα ήρεμο ύπνο. Τον ύπνο του καλού ανθρώπου.
Tην επόμενη μέρα η Αγγελική ξύπνησε πρωί-πρωί και πήγε στο σχολείο της. Στο σπίτι τώρα δεν υπήρχε κανείς μια και οι γονείς της είχαν πάει στις δουλειές τους. Αυτή ήταν μία καλή ευκαιρία για τον Μπίχρα να εξερευνήσει το χώρο που θα γινόταν τον επόμενο χρόνο το σπίτι του. Το δωμάτιο της Αγγελικής ήταν αρκετά μεγάλο, εκτός απ’ το κρεβάτι της και το καναπεδάκι που κοιμήθηκε ο Μπίχρα υπήρχε ένα γραφείο μ’ ένα κάθισμα και μία βιβλιοθήκη.
Ο Μπίχρα πήρε ένα βιβλίο και το άνοιξε. Στο βιβλίο δεν υπήρχαν ούτε γράμματα, ούτε ζωγραφιές παρά μόνο ανάγλυφες κουκίδες. Οι άνθρωποι που δε μπορούν να δουν, διαβάζουν περνώντας το δάχτυλο τους επάνω απ’ τις κουκίδες που σχηματίζουν λέξεις. Αυτός ο τρόπος γραφής κι ανάγνωσης ονομάζεται μέθοδος Μπράιγ. Έβαλε το βιβλίο στη θέση του και περιπλανήθηκε στο σπίτι. Στον ίδιο όροφο ήταν η κρεβατοκάμαρα των γονιών της Αγγελικής, ένα μπάνιο κι ένα σαλονάκι. Στον κάτω όροφο, όπως καλά θυμόταν ο Μπίχρα, ήταν το μεγάλο σαλόνι, ένα μπάνιο και η κουζίνα.
Αφού έφαγε ένα χορταστικό πρωινό βγήκε στον κήπο. Σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο και κοιτούσε από ψηλά τους ανθρώπους. Τους παρατηρούσε που βάδιζαν και μιλούσαν. Σκέφτηκε τους δικούς του. Τώρα θα πριόνιζαν το Δέντρο. Άραγε του είχαν θυμώσει; Πόσο θα ήθελε να ήταν μαζί τους!
«_Πρέπει να σκεφτόμαστε προσεκτικά προτού κάνουμε κάτι» είπε στον εαυτό του.
Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει και σύντομα οι γονείς της Αγγελικής επέστρεψαν, μετά από λίγο το σχολικό λεωφορείο σταμάτησε έξω από το σπίτι. Ο Μπίχρα περίμενε λίγο ακόμη και μετά ανέβηκε προσεκτικά στο δωμάτιο της. Είχαν συμφωνήσει με την Αγγελική να μην πουν τίποτε στους δικούς της γιατί ο Μπίχρα φοβόταν τους μεγάλους ανθρώπους. Κάθισε στον καναπέ και μετά από λίγο η Αγγελική εμφανίστηκε. Κάθισε κι εκείνη κι άρχισαν να συζητούν για το πώς πέρασαν την ημέρα τους. Όταν της είπε ότι πέρασε όλο το πρωινό σκαρφαλωμένος στο δέντρο εκείνη απόρησε.
«_Σήμερα είχε αρκετό κρύο! Πως άντεξες τόση ώρα έξω;»
«_Εμείς οι καλικάντζαροι δεν κρυώνουμε» της απάντησε, «το κρύο μας ευχαριστεί. Μη ξεχνάς ότι κάτω από τη γη δεν έχουμε καν ήλιο κι έχουμε συνηθίσει σε χαμηλές θερμοκρασίες.»
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα στο χολ κι ο Μπίχρα «πάγωσε» απ’ το φόβο του. Η πόρτα άνοιξε και η μαμά της Αγγελικής μπήκε μέσα.
«_Αγγελική μου, ανέβηκες βιαστικά και δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω αν θα ήθελες επιδόρπιο. Έχουμε ωραία καρυδόπιτα. Ω, τι παράξενη κούκλα είναι αυτή δίπλα σου! Σαν αληθινή!» της είπε.
Η Αγγελική που κατάλαβε ότι η μαμά της νόμισε ότι ο Μπίχρα ήταν κούκλα συμφώνησε μαζί της και της είπε ότι θα κατέβαινε σε λίγο για ένα κομμάτι καρυδόπιτα. Όταν έκλεισε η πόρτα κι έμειναν πάλι οι δυο τους ο Μπίχρα ξεφύσησε ανακουφισμένος.
«_Παραλίγο!», είπε «αλλά πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός.»
«_Αυτό όμως που έγινε ήταν εκπληκτικό!» είπε γελαστά η Αγγελική, «τώρα που σε είδε αλλά νομίζει ότι είσαι κούκλα μπορούμε να πηγαίνουμε παντού μαζί!»
Η Αγγελική είχε δίκιο. Μετά από λίγο κατέβηκαν οι δυο τους στην κουζίνα κι ο Μπίχρα απόλαυσε το γλυκό του. Όταν άκουγαν βήματα έμενε ακίνητος και παρίστανε την κούκλα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες. Τα πρωινά που έλειπαν όλοι ο Μπίχρα έκανε βόλτες αρχικά στον κήπο, μετά στη γειτονιά κι αργότερα σ’ όλη την πόλη. Τα μεσημέρια τα περνούσε με την Αγγελική και τ’ απογεύματα διάβαζε βιβλία. Η καλή του φίλη του είχε μάθει να διαβάζει με τη μέθοδο Μπράιγ. Πόσα πολλά πράγματα έμαθε ο Μπίχρα!
«_Είσαι ένας βιβλιοφάγος!» του είπε ένα απόγευμα η Αγγελική.
«_Ούτε που το πλησίασα το βιβλίο στο στόμα μου! Δεν νομίζω ότι θα έχει ωραία γεύση! Αλήθεια σου λέω Αγγελική, δεν τρώω βιβλία!»
«_Όχι, όχι…», του είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια, «βιβλιοφάγος είναι κάποιος που διαβάζει πολλά βιβλία!»
Χαρούμενες φωνές ακούστηκαν απ’ έξω. Ο Μπίχρα πήγε στο παράθυρο. Ο κόσμος φορούσε πολύχρωμα, γυαλιστερά ρούχα. Άλλοι φορούσαν αστραφτερά καπέλα, άλλοι ψεύτικα μουστάκια, άλλοι μεγάλες ψεύτικες μύτες κι όλοι γελούσαν.
«_Τι συμβαίνει σήμερα; Γιατί ο κόσμος φέρεται παράξενα;»
«_Μπίχρα μου ετοιμάσου για γλέντι μεγάλο. Σήμερα είναι Τσικνοπέμπτη κι όλος ο κόσμος γιορτάζει φορώντας παράξενα ρούχα. Θα πάμε κι εμείς σ’ ένα πάρτι και θα ευχαριστηθείς πολύ.»
«_Αααα! Τελικά οι άνθρωποι ξέρουν να γλεντούν, όχι και τόσο συχνά βέβαια αλλά γλεντούν» της είπε.
Μασκαρεύτηκαν λοιπόν και οι δύο. Η Αγγελική ντύθηκε φλόγα. Φόρεσε ένα κατακόκκινο μακρύ φόρεμα στενό ως τη μέση και φαρδύ από τη μέση και κάτω. Φόρεσε και μία κόκκινη περούκα και ήταν έτοιμη. Ο Μπίχρα ντύθηκε σπίθα. Φόρεσε ένα κόκκινο μπλουζάκι που το φορούσε μία κούκλα της Αγγελικής κι ένα κόκκινο παντελονάκι μιας άλλης κούκλας. Τι ταιριαστοί που ήταν οι δυο τους!
Οι γονείς της ντύθηκαν γάτες. Η μαμά της φόρεσε ένα άσπρο παντελόνι κολάν και μία άσπρη μπλούζα. Ένα άσπρο γουνάκι κι άσπρες μπότες συμπλήρωναν το ντύσιμο της. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν το μακιγιάζ της. Σα να ήταν αληθινή γάτα με τα μάτια της σα σχιστά και τα ζωγραφιστά μουστάκια! Ο μπαμπάς της φορούσε μία φαρδιά καφέ φόρμα, καφέ μπότες κι είχε κι εκείνος ζωγραφιστά μουστάκια.
«_Είμαι σίγουρη ότι εσύ και η κούκλα σου θα είσαστε οι καλύτεροι μασκαράδες του πάρτι!» της είπε η μαμά της γελαστά.
Το πάρτι ήταν ένα υπέροχο γλέντι. Ο Μπίχρα απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο. Όλοι οι άνθρωποι εκεί γλεντούσαν, χόρευαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον, έτρωγαν, έπιναν.
«_Έτσι θα έπρεπε να είναι κάθε μέρα!» ψιθύρισε στην Αγγελική που καθόταν δίπλα του.
«_Συμφωνώ!» του είπε χαμογελώντας.
Ο μπουφές του πάρτι ήταν κι αυτός μασκαρεμένος. Χαριτωμένα προσωπάκια φτιαγμένα από φετούλες ψωμί με φέτες σαλαμιού επάνω, μαύρες ελιές για μάτια, λίγη μαγιονέζα για μυτούλα και μία φετούλα κόκκινης πιπεριάς για στόμα, αυγά βραστά στημένα όρθια κι επάνω τους κομμάτια ντομάτας που έμοιαζαν με μανιταράκια, σε ρηχά πιατάκια γλυκού είχαν απλώσει κρέμα, στη μέση είχαν βάλει μισό βερίκοκο και γύρω-γύρω είχαν πασπαλίσει κανέλα έτσι ώστε από μακριά να φαίνεται σαν αυγό μάτι!
Τι αστεία που ήταν όλα! Και πόσο πολύ ευχαριστήθηκε ο Μπίχρα!
Οι απόκριες κράτησαν λίγες ημέρες ακόμη και μετά η ατμόσφαιρα του κεφιού και του γλεντιού έδωσε τη θέση της στη Σαρακοστή που ήταν μία περίοδος νηστείας ως το Πάσχα. Ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε! Η αδυναμία του βέβαια ήταν ο χαλβάς με σοκολάτα.
Τώρα οι μέρες μεγάλωναν και γινόταν πιο φωτεινές και τα λουλούδια άνθιζαν. Με τόσες βόλτες που έκανε τα πρωινά είχε μάθει σχεδόν όλη την πόλη. Αδυναμία του ήταν η Άνω Πόλη. Εκεί τα λουλούδια σα να μύριζαν πιο γλυκά. Ίσως επειδή εκεί, στα στενά δρομάκια δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα. Ίσως επειδή εκεί τα σπίτια είναι σαν κουκλόσπιτα, το καθένα έχει διαφορετικό χρώμα. Συχνά πήγαινε στη Μονή Βλατάδων κι αγνάντευε τη Θεσσαλονίκη από ψηλά. Τα παγώνια που ήταν εκεί, στη Μονή, γρήγορα έγιναν φίλοι του και κάθε φορά που τον έβλεπαν τον χαιρετούσαν:
«_Έοο έοο !!!»
Τη Μεγάλη Εβδομάδα ο Μπίχρα με την Αγγελική και τους γονείς της πήγαν στο χωριό του πατέρα της για να γιορτάσουν το Πάσχα. Έψησαν τσουρέκια, έβαψαν αυγά και το Μ. Σάββατο πήγαν στην εκκλησία για την Ανάσταση
Στη διαδρομή προς την εκκλησία η Αγγελική τον ρώτησε:
«_Θυμάσαι το πάρτι που είχαμε πάει την Τσικνοπέμπτη;»
«_Βεβαίως» της είπε γελαστά.
«_Θυμάσαι που βγήκαμε στον κήπο του σπιτιού γιατί έριξαν μερικά πυροτεχνήματα;»
«_Αχ, τι ωραία που ήταν Αγγελική… Αλλά πολύ δυνατό θόρυβο έκαναν! Σα δέκα βροντές μαζί!»
«_Και σήμερα θα ρίξουν πυροτεχνήματα, αλλά αυτή τη φορά θα είναι πάρα πολλά. Μην τρομάξεις.»
Τι όμορφα που ήταν στην αυλή της εκκλησίας… Μοσχοβολούσαν οι πασχαλιές και το αγιόκλημα κι ένα γλυκό αεράκι παιχνίδιζε στα φύλλα των δέντρων. Στις δώδεκα παρά τέταρτο άναψαν όλοι τις λαμπάδες που κρατούσαν με το άγιο φως κι όλα ήταν τόσο κατανυκτικά και ήρεμα. Τα μεσάνυχτα, όταν έψαλε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν δυνατά και τα πυροτεχνήματα έπεφταν σα βροχή. Απ’ τη λάμψη τους η νύχτα φωτίστηκε σα να ήταν ημέρα κι απ’ το δυνατό κρότο ο Μπίχρα τρόμαξε τόσο πολύ που γαντζώθηκε πάνω στην Αγγελική.
Τις επόμενες ημέρες ο Μπίχρα έφαγε πολλά τσουρέκια και σοκολατένια αυγά, σοκολατένιους λαγούς, σοκολατένιες κοτούλες, σοκολατένιους κόκορες, σοκολάτα γενικώς ώσπου στο τέλος δεν ήθελε να ξαναδεί σοκολάτα. Αντίθετα, του έλειψαν τα μελομακάρονα αλλά εκείνα ήταν Χριστουγεννιάτικα γλυκά και οι άνθρωποι τα τρώνε μόνο τότε. Γιατί άραγε;
Επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και γύρισε ο καθένας στις ασχολίες του. Οι γονείς στις δουλειές τους, η Αγγελική στο σχολείο της κι ο Μπίχρα στις εξερευνήσεις του. Σιγά-σιγά είχε μάθει σχεδόν όλες τις συνήθειες των ανθρώπων, αν και πάντα μάθαινε κάτι καινούργιο, εκεί που νόμιζε ότι τα ήξερε όλα. Έτσι προς μεγάλη του έκπληξη, ένα βράδυ του Ιουνίου η Αγγελική του είπε ότι σε λίγες ημέρες το σχολείο της θα σταματούσε να λειτουργεί γιατί θα ξεκινούσαν οι καλοκαιρινές διακοπές.
«_Αλήθεια; Νόμιζα ότι το σχολείο δε σταματά καθόλου», της εκμυστηρεύτηκε.
«_Σςς!!! Μη σ’ ακούσουν οι δάσκαλοι και τους έρθουν περίεργες ιδέες!», είπε γελώντας η Αγγελική, «το σχολείο σταματάει τον Ιούνιο κι αρχίζει ξανά τον Σεπτέμβριο.»
«_Και ολόκληρο καλοκαίρι τι κάνουν τα παιδιά;»
«_Διακοπές. Πηγαίνουν μαζί με τους γονείς τους στη θάλασσα ή στο βουνό. Ή πάνε σε κατασκηνώσεις. Εμείς θα πάμε στη Σαντορίνη που είναι ένα πανέμορφο νησί. Θα περάσουμε καταπληκτικά ! Θα σ’ αρέσει πολύ!»
Ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε. Όσο πλησίαζαν οι μέρες για να ταξιδέψουν τόσο πιο μεγάλο ήταν το χαμόγελο του. Επιτέλους, έφτασε η δεύτερη μέρα του Ιουλίου.
«_Αύριο λοιπόν, πετάμε!» του είπε η Αγγελική.
«_Τι θα κάνουμε;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
«_Πετάμε για Σαντορίνη. Θα πάρουμε το αεροπλάνο, θα πάμε στο νησί και θα περάσουμε καταπληκτικά.»
«_Εγώ όμως φοβάμαι το αεροπλάνο. Ζω στα βάθη της γης, φέτος περπατάω επάνω στη γη και σα να μην είναι αυτό αρκετό, θα ταξιδέψω στα σύννεφα;» ρώτησε παραπονιάρικα.
«_Να δεις που θα σ’ αρέσει. Θα νιώσεις τόσο ελεύθερος…» τον παρηγόρησε.
Όλο το βράδυ ο Μπίχρα ξαγρύπνησε γιατί σκεφτόταν την πτήση της επόμενης ημέρας κι έτσι όταν ξημέρωσε ήταν πολύ νυσταγμένος για ν’ ανησυχεί. Έφτασαν στο αεροδρόμιο. Κόσμος με βαλίτσες πηγαινοερχόταν κι απ’ τα μεγάφωνα ακουγόταν αναγγελίες πτήσεων. Σε λιγάκι επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο. Ευγενικές αεροσυνοδοί τους εξυπηρετούσαν. Ο Μπίχρα ήταν καθισμένος δίπλα στην Αγγελική, φυσικά ακίνητος για να νομίζουν όλοι ότι ήταν κούκλα. Έδεσαν τις ζώνες τους και… απογειώθηκαν. Αχ… τι ευχάριστη αίσθηση! Τα σύννεφα ήταν ακριβώς δίπλα του. Έβλεπε τον κόσμο από ψηλά, κτίρια, χωράφια τετραγωνισμένα και η θάλασσα μπλε και ήσυχη. Ήταν σκέτη μαγεία!
Όταν έφτασαν στη Σαντορίνη ο Μπίχρα ενθουσιάστηκε. Άσπρα σπιτάκια, γραφικά καλντερίμια, ανθισμένες βοκαμβίλιες. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μη μένει με το στόμα ανοιχτό. Το σπίτι της Αγγελικής κα των γονιών της ήταν σαν κουκλόσπιτο. Βρισκόταν στη Χώρα κι είχε ένα μικρό κήπο μπροστά. Τακτοποιήθηκαν, ξεκουράστηκαν και την επόμενη ημέρα το πρωί πήγαν στη θάλασσα για να κάνουν μπάνιο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Μπίχρα έκανε μπάνιο στη θάλασσα. Κάτω στη γη έκανε μπάνιο στο ποτάμι που ήταν κοντά στο σπίτι του, στη Θεσσαλονίκη έκανε μπάνιο στη μπανιέρα, αλλά το μπάνιο στη θάλασσα ήταν το πιο διασκεδαστικό απ’ όλα!
«_Η θάλασσα φτιάχτηκε για παιχνίδια και πλατσούρισμα!» έλεγε στην Αγγελική. Έκανε μακροβούτια, στριφογυρνούσε, κολυμπούσε, ήταν ο παράδεισος του!
«_Είμαι τόσο καιρό επάνω στη γη κι έχω δοκιμάσει πολλά διαφορετικά πράγματα, ταξίδεψα με αεροπλάνο, κολύμπησα στη θάλασσα, είμαι εξαιρετικά τυχερός που σε γνώρισα Αγγελική…» της είπε ένα πρωινό που απολάμβαναν το παγωτό τους δίπλα στην ακροθαλασσιά.
«_Θα γίνεις θρύλος ανάμεσα στους δικούς σου. Έχεις καταφέρει απίστευτα πράγματα!»
«_Λες να γράψουν τραγούδι για μένα;» τη ρώτησε παιχνιδιάρικα.
Εκτός από παγωτά ο Μπίχρα δοκίμασε και όλα τα καλοκαιρινά φρούτα: κεράσια, αχλάδια, ροδάκινα, πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια. Λάτρεψε το νησί και τις διακοπές και στεναχωρήθηκε όταν άρχισε να βραδιάζει νωρίς. Αυτό ήταν σημάδι πως ο χειμώνας ερχόταν και οι διακοπές τελείωναν.
Σιγά-σιγά το νησί άδειαζε από κόσμο. Αλλά κι εκείνοι έπρεπε να επιστέψουν στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη τους. Την επόμενη εβδομάδα και η Αγγελική θα ξεκινούσε τα μαθήματα στο σχολείο της αλλά και οι γονείς της έπρεπε να πάνε στις δουλειές τους.
Ο Μπίχρα ευχαριστήθηκε πάρα πολύ την πτήση της επιστροφής. Ήθελε να τραγουδήσει απ’ τη χαρά του! Τώρα απορούσε τι καινούργιο θα ζούσε. Και ναι μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε:
Η Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης !!!
Είναι Διεθνής γιατί έρχονται άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, ευρωπαίοι, κινέζοι, αμερικανοί, αφρικανοί. Είναι Έκθεση γιατί παρουσιάζουν πολλοί άνθρωποι τα προϊόντα τους που μπορεί να είναι οτιδήποτε: από γεωργικά μηχανήματα μέχρι τρόφιμα, από κοσμήματα μέχρι αυτοκίνητα, από ομπρέλες μέχρι σιντριβάνια. Πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης κι ολόκληρη η πόλη γιορτάζει!
Τι υπέροχη γιορτή! Πόσες πολλές εκδηλώσεις γινόταν κάθε μέρα με κέφι και χαρά! Μουσικά συγκροτήματα έπαιζαν μουσική, χορευτές χόρευαν, κλόουν έκαναν αστείες γκριμάτσες, ακροβάτες σκαρφάλωναν σα γάτες και δεν έχαναν την ισορροπία τους! Ο Μπίχρα παρατηρούσε τα πάντα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Μάλιστα, ανακάλυψε ένα καινούργιο ταλέντο που είχε, χάρη σ’ ένα ζογκλέρ. Ο κύριος αυτός πετούσε τρεις μπάλες στον αέρα κα μετά έπιανε την μία , άφηνε την άλλη και συνεχώς οι μπάλες πετούσαν κυκλικά! Όταν γύρισε στο σπίτι ο Μπίχρα προσπάθησε και κατάφερε να το κάνει και ο ίδιος. Τώρα ήταν κι αυτός ένας ζογκλέρ!
Η Διεθνής Έκθεση ολοκληρώθηκε και την τελευταία μέρα τι έριξαν; Πυροτεχνήματα φυσικά. Ο Μπίχρα τα είχε πλέον συνηθίσει και δεν τρόμαζε όπως παλιά. Καλού κακού όμως κρατιόταν απ’ την Αγγελική.
Ο χειμώνας μπήκε γοργά και οι βροχές ήταν τακτικές. Ένα πρωινό καθώς έκανε τη βόλτα του, προσεκτικά πάντα για να μην τον πάρουν είδηση οι άνθρωποι, το είδε.
Ήταν στη βιτρίνα ενός καταστήματος παιχνιδιών. Ήταν ψηλό, περήφανο, πράσινο και στολισμένο.
Ήταν ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Τόσο μεγάλη ήταν η έκπληξη και η χαρά του Μπίχρα που έμεινε ακίνητος.
Ήρθαν ξανά τα Χριστούγεννα; Θ’ αντάμωνε ξανά με τους δικούς του;
Έτρεξε στο σπίτι και περίμενε να γυρίσει η Αγγελική απ’ το σχολείο. Όταν επέστρεψε της είπε ενθουσιασμένος:
«_Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Αγγελική, καλή μου φίλη, θα βρω ξανά την οικογένεια μου, τους φίλους μου! Ζήτω! Ζήτω!»
Μετά σταμάτησε απότομα.
«_Κι αν δεν έρθουν φέτος; Αν δεν μπορέσω να τους βρω; Αχ, τι θα κάνω;»
«_Μην απελπίζεσαι και μη στεναχωριέσαι Μπίχρα, όλα θα πάνε μια χαρά. Πέρασες μία ολόκληρη χρονιά επάνω στη γη, έμαθες να διαβάζεις, να υπολογίζεις, πέταξες με αεροπλάνο, κολύμπησες στη θάλασσα, δε φοβάσαι πια τα πυροτεχνήματα, ούτε τις αστραπές όταν βρέχει, κατάφερες τόσα πολλά… είμαι σίγουρη πως θα μπορέσεις να τους βρεις.»
Ο Μπίχρα πήρε θάρρος απ’ τα λόγια της. Κάθε μέρα που περνούσε τον έφερνε πιο κοντά στους δικούς του.
Ώσπου η μέρα ήρθε. Ήταν σίγουρος ότι οι καλικάντζαροι ήρθαν. Το ένιωθε στον αέρα. Έτρεξε στο εγκαταλελειμμένο σπίτι που έμεινε με την οικογένεια του την προηγούμενη χρονιά. Η μαμά του πάντα του έλεγε πως αν ποτέ χανόταν να πήγαινε στο τελευταίο μέρος που ήταν όλοι μαζί.
Περίμενε με κομμένη την ανάσα. Νόμιζε ότι περίμενε ώρες ώσπου κάποια στιγμή άκουσε μικρά βηματάκια κι αμέσως μετά τη φωνή της μαμάς του:
«_Είμαι σίγουρη ότι θα τον βρούμε.»
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά όταν τους είδε να στρίβουν και να μπαίνουν στο δωμάτιο που τους περίμενε. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά τους.
«_Μανουλίτσα μου, μπαμπάκα μου, αγαπημένε μου αδερφούλη!» έλεγε ξανά και ξανά.
Εκείνοι δε σταμάτησαν να τον αγκαλιάζουν και να τον φιλάνε.
«_Πόσο χαιρόμαστε παιδί μου που σε βρήκαμε», είπε ο μπαμπάς του, «όταν καταλάβαμε ότι χάθηκες ήταν πλέον αργά. Είχαμε κατέβει απ’ το μυστικό πέρασμα του δάσους κάτω στη γη, είχε ασφαλιστεί η είσοδος και ήταν αδύνατο να ξαναβγούμε στην επιφάνεια της γης. Περιμέναμε με μεγάλη ανυπομονησία να έρθει η μέρα που θα ερχόμασταν να σε ψάξουμε. Η μητέρα σου ήταν σίγουρη πως θα σε βρίσκαμε – και να που είσαι εδώ μια χαρά.»
Τότε ο Μπίχρα τους διηγήθηκε τις περιπέτειες του και τα θαυμαστά πράγματα που είδε κι έκανε. Κυρίως όμως τους μίλησε για την καλοσύνη, τη φιλοξενία και την ευγένεια της Αγγελικής και για τη πολύτιμη βοήθεια της σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής του.
«_Χάρη σ’ αυτό το κορίτσι μπόρεσες να τα καταφέρεις γλυκό μου παιδί, γι’ αυτό πάμε γρήγορα να την ευχαριστήσουμε.» είπε τότε η μαμά του.
Έτσι κι έγινε. Έφτασαν, προσεχτικά πάντα, στο σπίτι της Αγγελικής. Η μαμά του Μπίχρα την αγκάλιασε και της είπε:
«_Σ’ ευχαριστώ που κοίταξες το παιδί μου και το φρόντισες όλο αυτό τον καιρό. Έχω ένα δώρο για εσένα. Αυτό το βραχιόλι. Είναι φτιαγμένο από ξύλο του Δέντρου και φέρνει καλή τύχη σ’ όποιον το φοράει.»
«_Σας ευχαριστώ, με τον Μπίχρα περάσαμε μία διασκεδαστική χρονιά και χαίρομαι πολύ που τον γνώρισα.»,είπε ευγενικά η Αγγελική, «η αλήθεια είναι ότι θα μου λείψεις πολύ Μπίχρα…» του είπε κι αγκαλιάστηκαν.
Ο μικρός μας καλικάντζαρος τις επόμενες ημέρες τις πέρασε με τους δικούς του στο εγκαταλελειμμένο σπίτι. Είχαν να πουν τόσα πολλά! Του είπαν τα νέα των συγγενών και των φίλων καθώς επίσης και για το Δέντρο, που μόλις κατέβηκαν πέρσι ήταν πάλι άθικτο κι έπρεπε να το πριονίσουν ξανά απ’ την αρχή!
Βέβαια κάθε μέρα ο Μπίχρα επισκεπτόταν την Αγγελική. Λίγο πριν την αναχώρηση τους για τα μέρη τους ο Μπίχρα με την οικογένεια του και τους φίλους του έκαναν ένα πάρτι όπου επίτιμη καλεσμένη ήταν η Αγγελική. Χόρεψαν, τραγούδησαν, έφαγαν και διασκέδασαν. Ευχήθηκαν καλή αντάμωση και οι καλικάντζαροι κατευθύνθηκαν προς το Σέιχ-Σου. Αυτή τη φορά δεν είχαν πολλή δουλειά – το Δέντρο κρεμόταν από μία κλωστή!
Πως πέρασε ο μικρός καλικάντζαρος Μπίχρα ένα χρόνο στη Γη; είναι υπό άδεια Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα Άδεια.
